Payday Loans
WELCOME
Αρκαδικό τοπίο μου υγρό…
Γόνιμο χώμα που στερήθηκε το σπόρο
Μήτρα ανθρώπων και θεών που αιμορραγεί
Λεύτερο αίμα που πληρώνει ακόμα φόρο
Ελένη Παπαδοπούλου
Αφιέρωμα στην 25η Μαρτίου - η άλωση της Τριπολιτσάς Print

Για την καλύτερη ανάγνωση χρησιμοποιείστε το αρχείο σε μορφή pdf πατώντας εδώ.


                                                       Η Ιστορία της Τριπολιτσάς

 

Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου

«Αποσπάσματα από το τρίτομο έργο του Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, έκδοσις, Ένωση Τριπολιτών Αττικής, Αθήνα 1976.  Από τις σελίδες 187 – 241 του τόμου Β1»
.

Η άλωσις της πόλεως

Τα μέχρι της 23ης Σεπτεμβρίου

      Αι μεταξύ Ελλήνων πολιορκητών και Τούρκων πολιορκουμένων διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν εις συμφωνίαν. Η μετά των Αλβανών συναφθείσα συνθήκη, καίτοι προφορική μάλλον ή γραπτή, ήγετο προς εφαρμογήν. Καθώς ήδη γνωρίζομεν την επομένην της συναφθείσης συμφωνίας (19 Σεπτεμβρίου) οι Αλβανοί έσπευσαν ν’ αποστείλουν προς φύλαξιν εις τον Θ. Κολοκοτρώνην όλην την κινητήν των περιουσίαν (13 μεγάλα κιβώτια), αποτιμωμένην εις 3-4 εκατομμύρια γρόσια, αλλά το γεγονός τούτο δεν παρέμεινε μυστικό και επροκάλεσεν αμηχανίαν, και ταραχήν εις τους εκ των άλλων επαρχιών Τούρκους. Ιδίως ο τουρκικός πληθυσμός, ανεξαρτήτως της θέσεως που έπαιρνεν η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία, έβλεπε με απελπισίαν και θλίψιν τους Αλβανούς ετοίμους ν’ αναχωρήσουν και έφθανε μέχρις αλλοφροσύνης καθώς έβλεπεν ότι αδύνατον ήτο να ικανοποιηθή το αίτημά του, να περιληφθή δηλ. και αυτός εις την συνθήκην και να σωθή δια της φυγής. Κατά τας τελευταίας ημέρας προ της εφόδου έλαβαν χώραν σκηναί πρωτοφανούς εκτάσεως, που προκαλεί φρίκην και εις αυτάς απλή αναφορά. Γέροντες, γυναίκες και παιδία εξήρχοντο ομαδικώς από τας Πύλας ή εκρημνίζοντο από τα τείχη. Εζητούσαν σωτηρίαν πλησίον παλαιών γνωστών Ελλήνων, οι εκ των επαρχιών μάλιστα προερχόμενοι ήθελαν να καταφύγουν εις τους συντοπίτας των, Φαναρίτας, Λακεδαιμόνιους, Καρυτηνούς, δια να εύρουν προστασίαν. Αλλά και οι ολίγοι απομένοντες εις την πόλιν χριστιανοί έκαναν το παν, δια να εξέλθουν όσον το δυνατόν προ της αναμενομένης συμφοράς. Οι Αλβανοί φυλάσσοντες τας Πύλας διηυκόλυναν όλους εκείνους, που επιθυμούσαν να εξέλθουν, αλλά προηγουμένως αφαιρούσαν από όλους ότι έφεραν μαζί των.

      Τα πράγματα είχαν ανακατωθή εντός της Τριπολιτσάς – αφηγείται ο εντός αυτής ευρισκόμενος Φωτάκος – και κανείς από τους Έλληνας δεν ημπορούσε να προϊδη πως ήθελε γίνει το πράγμα. Ο ίδιος προσθέτει ότι την 22αν του μηνός διετάχθησαν από τον Κεχαγιάμπεην να προσέλθουν μικροί και μεγάλοι οι εντόπιοι εις το σεράγιον, δια να κάμουν συνέλευσιν, προσεκλήθησαν μάλιστα και οι Αλβανοί μπέηδες, παρακληθέντες από τα χαρέμια του Χουρσίτ να παραλάβουν και τον Φωτάκον, δια του οποίου επιθυμούσαν να διαβιβάσουν παρακλήσεις προς τον Κολοκοτρώνην.

      Υπήρξεν απολύτως δικαιολογημένη η ανησυχία του Κολοκοτρώνη και επίσης ορθή και ενδεδειγμένη η επιμονή του να τηρηθή η μετά των Αλβανών λαγραφος συνθήκη. Μπαίνοντας τ’ ασκέρι, αφηγείται ο ίδιος, έβαλα τελάλη να μην σκοτώσουμε τους Αρβανίτες. Τούτο έπραξεν ακριβώς, διότι είδεν ότι δολίως οι Αλβανοί εφονεύοντο υπό στρατιωτικού σώματος Ελλήνων, υποκινουμένου από τους Δεληγιανναίους και ίσως τον Αναγνωσταράν. Οι Αλβανοί υπώπτευσαν την κατ’ αυτών επιβουλήν και προς ασφάλειαν των περιεκύκλωσαν τον Κολοκοτρώνην, με προφανή τον κίνδυνον αυτού. Τότε ηκούσθη η φωνή του αρχηγού προς τους Έλληνας αγωνιστάς: Εάν θέλετε να βαρέστε τους Αρβανίτες, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ει μη και είμαι ζωντανός, όποιος πρωτορρίξη, εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα.   

Ύστεραι σφαγαί

      Βεβαίως και θα ομιλήση η ελληνική πλευρά δια τας απανθρώπους σφαγάς της αλώσεως της Τριπολιτσάς, προηγουμένως όμως πρέπει να συμπληρωθή η εικών της αλώσεως. Και πρώτα-πρώτα ας σημειωθή ότι ομού μετά των Οθωμανών ενόπλων και αμάχων κατεσφάγησαν και όλαι αι εβραϊκαί οικογένειαι, υπολογιζόμεναι εις 50 τουλάχιστον[1]. Δύο ακόμη εκατόμβαι ανυπεράσπιστων θυμάτων πρέπει να μνημονευθούν, δια να συμπληρωθή ο περί των αγρίων σφαγών λόγος. Περί αυτών δεν αναφέρουν λεπτομερώς οι απομνημονευταί, γνωρίζομεν όμως δι’ εκατέραν περίπτωσιν από δύο χωριστάς πηγάς ασφαλείς και αξιοπίστους. Έχομεν ήδη αναφέρει περί της ομαδικής εξόδου αμάχου πληθυσμού εις στιγμάς απελπισίας και περί της τραγικής θέσεως αυτού, που οι μεν Έλληνες απωθούσαν προς την πόλιν, οι δε επί των επάλξεων ετουφέκιζαν, δι’ ό το πλήθος ερρίζωσεν εις το τείχος και έμεινεν εκεί.

      Ως αναφέρει μόνος ο Μ. Οικονόμου, που αφιερώνει αρκετόν χώρον δια την περιγραφήν του ελεεινού επεισοδίου, αι γυναίκες εκείναι εις κατάστασιν αθλιότητος από την νόσον και την πείναν, συνεκεντρώθησαν άλλαι μεν εις Άγιον Βλάσην, ιδίως εκείναι που κατήγοντο από τας επαρχίας Φαναρίου και Καρυταίνης, άλλαι δε εις τον Ψηλονώμον, αι καταγόμεναι από τον Μυστράν και τα Μπαρδουνοχώρια. Φαίνεται ότι μερικαί γυναίκες απ’ αυτάς κατώρθωσαν να μετακινηθούν προς τα χωρία των κατά την διάρκεια της τριημέρου σφαγής, οπότε τα είχαν λησμονήσει, αλλά μόλις η μέθη των νικητών παρήλθε, συνεκεντρώθησαν ολόγυρα των πολλοί χάριν περιεργείας και ήρχισαν να εκφράζουν γνώμας ποικίλας. Πάντως είτε ελυπούντο και τας ώκτειραν μερικοί και αναχωρούσαν, είτε άλλοι έβλεπαν ότι δι’ αυτάς προτιμότερος ήτο ο θάνατος εις την κατάστασιν που ευρίσκοντο, είτε πάλιν άλλοι εφοβούντο δια την μετάδοσιν νόσων και επεσήμαναν τον κίνδυνον ηθικής παραλυσίας και εν πάση περιπτώσει είτε επροτείνετο να εξαφθή έτι μάλλον η φυλετική έχθρα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, η θέα ήτο απαισία και οι εκείθεν παρελαύνοντες ένοπλοι και μη ουδεμίαν πρωτοβουλίαν ημπορούσαν να λάβουν.

      Αλλά κάποιαν στιγμήν ηκούσθη φωνή ζωηρά ανθρώπου, που είχεν ίσως χάσει προσφιλή του πρόσωπα, ή δι’ οιονδήποτε άλλον λόγον ήτο πονεμένος – μεριάστε, είπε, τι τις φυλάτε, ξεμπερδεύτε της…! Ένας πυροβολισμός ηκούσθη και μετ’ αυτόν χίλιοι. Μέσα εις εν δίωρον εδίδετο το τέρμα του οικτρού φαινομένου τόσον εις την χαράδραν του Αγίου Βλάση, όσον και εις το ύψωμα του Ψηλονώμου. Και οι τόποι εγέμισαν πτώματα εκ της απανθρώπου – ή φιλανθρώπου τις οίδεν ! – εκείνης ενεργείας[2].   

      Ως ο Κανέλος Δεληγιάννης αφηγείται, και δεν έχομεν λόγον κρίνοντες εκ της κατακλείδος της αφηγήσεως του ν’ αμφισβητήσωμεν τον πυρήνα τουλάχιστον όσων λέγει, οι αμυνόμενοι Τούρκοι εις την Μεγάλην Τάπιαν εζήτησαν μετ’ επιμονής να προσέλθουν μέλη της ιδικής του οικογενείας δια να παραδοθούν. Εις αυτόν τον ίδιον έδωκαν εμπιστοσύνην, όταν ενεφανίσθη, ως αναφέρει, με 500 στρατιώτας και εκείνος ωρκίσθη εις την στρατιωτικήν τιμήν και το σπαθί του ότι θα τους στείλη εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Λαγκάδια μετά των οικογενειών των δια ν’ αναπαυθούν επί 20-30 ημέρας, μεθ’ ό θα τους στείλη εις Ζάκυνθον και απ’ εκεί να φύγουν όπου θέλουν. Τον ηύχαρίστησαν, λέγει, όλoι και του προσέφεραν πολλά δώρα, ήτοι ενδύματα χρυσά βαρέως κεντημένα, όπλα πολλά, ασημένια και χρυσωμένα, βραχιόλια, ενώτια, δακτυλίδια, περιδέραια με διαμάντια και άλλα συνολικής αξίας 3 χιλ. ταλλήρων, ως ο ίδιος σπεύδει και να τα αποτιμήση, αλλά δεν τα εδέχθη, επιφυλαχθείς να τα δεχθή εις Λαγκάδια, όπου έγραψε να στείλουν 300 ζώα δια την μετακόμισιν των. Όταν όμως οι καπεταναίοι του συνώδευαν εκείνους εις Λαγκάδια, εις εκτέλεσιν διαταγής του Κανέλου (με φρίκην αναπολώ, λέγει ο ίδιος, την θηριώδη και βανδαλικήν απόφασίν μου) εφόνευσαν καθ’ οδόν όλους, 348 άνδρας, εκλεκτούς μαχητάς, πλησίον των Μαγουλιάνων εις την Κορφοξυλιάν, τας δε γυναίκας και τα παιδιά των, υπέρ τας 1000 ψυχάς, ηχμαλώτισαν και έσφαξαν αργότερα, όταν έμαθαν τας σφαγάς της Χίου[3].

      Έφοδος και σφαγαί τριών ημερών είναι η κατακλείς της πολυμήνου πολιορκίας της «αθλίας» Τριπολιτσάς. Παραλλήλως προς ότι ιστορικώς μαρτυρείται συνέβαλε και η γόνιμος φαντασία του ποιητού. Ύστερ’ από την έντασιν, η πτώσις. Η μάχη έσβησε με το γενικόν ξεψύχισμα του εχθρικού στρατοπέδου, με εκφραστικώτερον τον τελευταίον στίχον της 70ης στροφής του σολωμικού Ύμνου: παντού ξεψυχισμοί, προς δήλωσιν της παγεράς σιωπής του θανάτου. Δεν ηκούετο πλέον τουφεκισμός μετά την ανελέητον γενικήν σφαγήν. Πλήρης νέκρα επεκράτησεν. Ο τόπος γεμάτος πτώματα. Κατά την αντίληψιν του ποιητού, δεν υπήρχαν άλλοι δια να σφαγούν, αφού εσκοτώθησαν όλοι !

      Εις την διαπίστωσιν αυτήν ο ποιητής φθάνει με ηχηράς λέξεις, με πολυσύνδετον σχήμα δια την γοργότητα του επερχόμενου τέλους και με την επανάληψιν του «παντού» αντί των λεπτομερειών.  Παντού φόβος και τρομάρα, παντού φωνές και αναστεναγμοί, παντού κλάμα, παντού αντάρα, όλα καταλήγουν εις γενικόν ξεψύχισμα, ουδείς έμεινε ζωντανός. Δεν χρειάζονται αριθμοί. Όσοι ήσαν εσκοτώθησαν.

Το καταστάλαγμα της ποιητικής περιγραφής περιέχει εκφραστικώτατα η 71η στροφή του Ύμνου:

Ήταν τόσοι. Πλέον το βόλι
εις τ’ αφτιά δεν τους λαλεί
όλοι χάμου έκειντ’ όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

 

Φρικτός Απολογισμός

Τριήμερος ασυδοσία

      Απροσδόκητος αλλά ραγδαία, πείσμων και αφανιστική υπήρξεν, η έφοδος των πολιορκητών της εξηντλημένης πρωτευούσης του πασαλικίου του Μορέως. Αι μάχαι διεξήγοντο εντός της πόλεως και περί την Μεγάλην Τάπιαν. Ηκολούθησαν σφαγαί άγριαι, μανιώδεις και ασυγκράτητοι, υπό κατάστασιν θηριώδη πλήρους αναρχίας από των πρωινών ωρών και απ’ άκρου εις άκρον της αθλίας Τριπολιτσάς. Εις δύο επίκαιρα σημεία ήρχισαν να συγκεντρώνονται οι κυριώτεροι από τους ηγέτας των νικητών, το σεράγιον και την μεγαλοπρεπή οικίαν του Μουσταφάμπεη των Πατρών. Ως μόνος ο Φιλήμων πληροφορεί, κατά τας απογευματινάς ώρας της πρώτης ημέρας, δηλ. της 23ης Σεπτεμβρίου, ο δελήμπασης του Χουρσίτ πασά έθεσε πύρ εις το σατραπείον, δια να καύση τα χαρέμια, αλλά επρόλαβαν ο Γιατράκος και ο Ηλ. Μαυρομιχάλης και έσβεσαν το πύρ. Εξ άλλου μόνος ο Φωτάκος πληροφορεί ότι εις το σεράγιον και τον περί αυτό χώρον, που υπήρξε κοινός στόχος ωρισμένων οπλαρχηγών και στρατιωτών, ευρίσκοντο υπέρ τους 300 Αλβανοί, κλεισμένοι μέσα εις τα καταλύματα (κονάκια) του σεραγίου. Ούτοι δι΄ άγνωστον αιτίαν είχαν αποκοπή από τους άλλους ομοφύλους των, που έφυγαν υπόσπονδοι, κατά το δειλινόν δε της ιδίας ημέρας, όταν πλέον αντελήφθησαν τι έπαθαν, εζήτησαν τον Κολοκοτρώνην, δια να παραδοθούν επί τη βάσει της συμφωνίας.

      Πράγματι ο Κολοκοτρώνης προσήλθεν, αλλ’ εκείνοι δεν τον εγνώριζαν και εδυσπιστούσαν, παρά τας προσπαθείας του ιδίου να τους πείση, δια τούτο ηναγκάσθη ν’ αποχωρήση με την δήλωσιν, ότι αυτός δεν ήτο παραβάτης της μπέσας. Τότε οι στρατιώται έβαλαν φωτιά και έκαυσαν τα κονάκια και μαζί με αυτά και τους Αλβανούς[4].  

      Αν και εις την πρώτην απόπειραν πυρπολήσεως του σεραγίου, την οποίαν δεν έχομεν λόγον ν’ αμφισβητήσωμεν, το πύρ κατεσβέσθη εγκαίρως, το αμαρτωλόν μέγαρον τελικώς δεν εγλύτωσεν από τα φλόγας, διότι η απόπειρα επανελήφθη και τα μεσάνυκτα τούτο σχεδόν ολόκληρον απετεφρώθη. Εις ποίον οφείλεται το γεγονός δεν είναι εξηκριβωμένον, καίτοι εξεφράσθησαν αντιφατικαί γνώμαι, φαίνεται όμως ότι παρά τας προσπαθείας διασώσεως του μεγάρου μετά των πολυτίμων πραγμάτων του, το μόνον που κατωρθώθη ήτο να περισωθούν μερικά μόνον από τα πάσης φύσεως αντικείμενα, που εφυλάσσοντο εκεί και εθεωρούντο παρά των Ελλήνων ως θησαυροί ανεκτίμητοι. Τα λάφυρα ταύτα προωρίσθησαν δια τους στρατιώτας εκείνους, που είχαν εκστρατεύσει εις Δερβένια και Πάτρας μετά του Υψηλάντου. Δια τους πρώτους γνωρίζομεν ότι υπήρξε σχετική συμφωνία και υπόσχεσις, ήδη δε κατέφθασεν ο Νικηταράς την επομένην της αλώσεως, δια να διεκδικήση το μερίδιον[5]. Δια τους δευτέρους έφθασεν ο Πάνος Κολοκοτρώνης άνευ αναβολής[6].    

      Επί ημέρας τρείς επεκράτησεν πλήρης ασυδοσία εις την πόλιν. Έγκυρος φωνή αρχηγού δεν φαίνεται να ηκούετο τουλάχιστον κατά την διάρκεια του τριημέρου οργίου. Σκοτωμοί και λαφυραγωγία είναι αι δύο συνοπτικαί λέξεις, που απεικονίζουν ωχρώς την κατάστασιν. Μία πόλις βυθισμένη μέσα εις πλήθος πτωμάτων και απειλούμενη από τον μέγαν κίνδυνον γενικής μολύνσεως εσύρετο δεσμία της ιδίας μοίρας και δεν εφαίνετο να υποτάσσεται εις την ευθύνην ή πατριωτισμόν κανενός. Αποτελεί εν τούτοις παρήγορον σημείον, ότι λίαν ενωρίς και εν όψει των μεγάλων γεγονότων η πρόνοια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη εξεφράσθη δι’ εγγράφου διαταγής από 17 Σεπτεμβρίου 1821, απευθυνόμενης από τον Άγιον Βλάσην προς τους εφόρους της επαρχίας Τριπολιτσάς για να ενεργήσουν εγκαίρως δια το νερό: Γνωρίζετε πολλά καλά – γράφει – ότι άμα οπού συν θεώ φθάση το έμβασμά μας εις Τριπολιτσάν, το πρώτον αναγκαίον είναι το νερόν. … Περαιτέρω ζητεί ειδικούς σουγιελιτζήδες και προμήθειαν ασβέστου, δια να υδρευθή η πολυστένακτος πόλις μόλις θα κυριευθή.

      Οπωσδήποτε την τετάρτην ημέραν από της εφόδου της αλώσεως της Τριπολιτσάς δηλ. την 26ην Σεπτεμβρίου, κατόπιν συνεννοήσεως, ως φαίνεται, των αρχηγών μεταξύ των, διετάχθη δια κηρύκων να σταματήση η αιματοχυσία και ν’ αποκατασταθή η τάξις εις την πόλιν, παραλλήλως δε ωρίσθησαν περίπολοι υπό τον Ανδρέαν Παπαδιαμαντόπουλον και τον Νικηταράν, να περιφέρωνται ανά την πόλιν, εις τους δρόμους και εις τα σπίτια και εις τες Πόρτες (=Πύλας), δια να μη ακολουθούν αταξίες, αρπαγές και φερσίματα αλλόκοτα από τους ατάκτους. Η τάξις όμως δεν επεβλήθη αυτομάτως, διότι ήδη την 26ην του μηνός οι χωρικοί εξήρχοντο από την πόλιν φορτωμένοι πάσης φύσεως λάφυρα, προερχόμενα από απογύμνωσιν των οικιών.

      Φρικτός ήτο ο απολογισμός των σφαγών αλλ’ όχι ακριβής. Φαίνεται ότι περίπου 10 χιλ. Οθωμανοί και Εβραίοι, ένοπλοι και άμαχοι εφονεύθησαν. Περί τους 40 ένοπλοι κατώρθωσαν μέσα εις την γενικήν σύγχυσιν ν’ ανοίξουν δίοδον κατά την πρώτην ημέραν προς Α και πιθανώς έφθασαν εις Ναύπλιον όπου και θα μετέφεραν την φοβεράν είδησιν. Αλλά κατά την έφοδον και τας εφεξής συγκρούσεις εχύθη και ελληνικόν αίμα, υπολογίζονται δε εις 300 περίπου οι νεκροί του ελληνικού στρατοπέδου. Ενδιαφέρει να ίδωμεν τι απέμεινεν από την επίσημον μερίδα των Οθωμανών και την ακολουθίαν αυτής, ως και την άμαχον πλευράν. Αναμφισβητήτως επί των θεμάτων τούτων υπήρξαν συνεννοήσεις και συμφωνίαι μεταξύ των οπλαρχηγών.

      Εν πρώτοις διεσώθησαν ως αιχμάλωτοι πολέμου και ετέθησαν υπό την προστασίαν ωρισμένων Ελλήνων σημαινόντων οι εξής. Αι περίτρομοι γυναίκες των πασάδων και του Σιλιχτάρ αγά, ο Κεχαγιάμπεης, ο Καϊμακάμης και ο Μπινά εμίνης, ετέθησαν υπό την προστασίαν του Μαυρομιχάλη. Ο Σέχ Νετζίπ εφέντης με την εξ 24 μελών οικογένειάν του επροστατεύοντο από τον Κολοκοτρώνην. Ο Μουσταφάμπεης και Δεφτέρ Κεχαγιάς παρεδόθησαν εις τους Κεφάλαν και Παπατσώνην, ο Κιαμήλμπεης εις τον Γιατράκον, οι Αρναουτογλαίοι εις τον Αναγνωσταράν και άλλοι εις άλλους. Περίπου χίλιοι υπήρξαν οι επιζήσαντες, προστατευμένοι ποικιλοτρόπως υπό διαφόρων ισχυρών, τινές εξ αυτών μετεφέρθησαν εις τας επαρχίας και φυσικά απεδεκατίζοντο. Αφού το σεράγιον απετεφρώθη, αι γυναίκες του χαρεμίου και η τούρκικη επισημότης μετεφέρθησαν εις την πλησίον της Πύλης Ναυπλίου οικίαν Μουσταφάμπεη. Επικαίρως αξίζει ένα βλέμμα. Ο Γάλλος Ραιμπώ περιγράφει το διαλελυμένον σεράγιον δια τούτων λόγων συμπαθείας και γραφικότητος: Αυταί αι υπερήφανοι καλλοναί (αι γυναίκες του χαρεμίου) επέρασαν από την φρουράν των Αλβανών εις τας χείρας ενός αποσπάσματος από στρατιώτας Έλληνας, τους οποίους ο Αναγνωσταράς υπεχρέωσε ν’ αγρυπνήσουν επ’ αυτών. Όλαι πλουσίως ενδεδυμέναι είχαν κατά την ανατολικήν συνήθειαν στόμα και μέτωπο σκεπασμένα. Παρά τον τρόμον της καταστάσεως των, η έκπληξις και η οργή εδέσποζαν εις τα βλέμματα των μ’ έκφρασιν φρίκης. Συνηθισμέναι αυταί εις εν σέβας ιερόν, δεν ημπορούσαν ν’ αντιληφθούν όλους τους κινδύνους, που τας απειλούσαν. Τας ωδήγησαν εις το βάθος ενός κήπου, δια ν’ αναμένουν εν άλλο άσυλον, που θα ώριζαν δι’ αυτάς και εκεί μ’ εν τεντωμένον σχοινίον τας εχώριζαν από το κοινό…..  

 

Λάφυρα

      Το πρόβλημα των λαφύρων έμελλε να δηλητηριάση τας ήδη τεταμένας σχέσεις μεταξύ των αγωνιστών, των στρατιωτών και των αρχηγών των, όσον και των χωρικών. Η γνωστή υποχρέωσις συμμετοχής εις τα λάφυρα των στρατιωτών, που εξεστράτευσαν εις Δερβένια και ηκολούθησαν τον Υψηλάντην, δεν εφαίνετο να ικανοποιήται. Αναφέρεται ότι τα περισωθέντα από το πυρπολούμενον σεράγιον λάφυρα έγιναν τρία ή τέσσαρα μερίδια, διατεθέντα δια τους απόντας στρατιώτας[7]. Ως φαίνεται, η τοιαύτη προσφορά αντί να τερματίση την διένεξιν, ηρέθισεν έτι μάλλον τα πνεύματα, διότι εν τω μεταξύ ενεφανίσθησαν λιποτάκται στρατιώται ή άλλοι που δεν έλαβαν μέρος εις την πολιορκίαν και άλωσιν και διεδικούσαν μερίδιον ή ήρπαζαν ότι εύρισκαν και εδημιουργήθη σάλος μέγας.

      Την εικόνα της ταραχής δίδει δι’ ολίγων ο Κασομούλης, που έφθασεν εις Τριπολιτσάν κατά τας εσπερινάς ώρας της 26ης Σεπτεμβρίου και έψαχνε να συναντήση τον Κολοκοτρώνην. Από τας εντυπώσεις του Κασομούλη λαμβάνομεν γνώσιν της κρατούσης καταστάσεως, και δή της αγεφυρώτου αντιθέσεως μεταξύ των αρχηγών ή προκρίτων, της εμφανίσεως των στρατευμάτων και του επικρατούντος πνεύματος. Δια λογαριασμόν των στρατιωτών, που είχαν απομακρυνθή από το στρατόπεδον, παρεπονείτο ο Πάνος Κολοκοτρώνης προς τον πατέρα του, έλεγε μάλιστα συγκεκριμένως ότι δια τους ιδικούς του στρατιώτας δεν άφησαν σπίτια με λάφυρα, δια τούτο έπρεπε να φέρουν όλοι όσα επήραν, να τα σωρεύσουν εις εν μέρος και να γίνη τακτική διανομή, άλλως δεν απέμενε παρά να μεταχειρισθή καθένας την ιδικήν του δύναμιν και να επανορθώση τας αδικίας δι’ αυτής.

      Αυτά εισηγείτο και επέμενε, ως φαίνεται ο πρωτότοκος υιός προς τον πατέρα. Ίσως ο πατήρ δεν ημπορούσεν αμέσως να προκαλέση τοιαύτην απόφασιν και ο Πάνος εχρησιμοποίησε την δύναμιν του και το όνομά του. Αλλά και ηκολούθησεν πράγματι απόφασις των παρευρεθέντων εις την άλωσιν της Τριπολιτσάς γερουσιαστών, εφόρων και καπεταναίων, εκφραζόμενη δια γραπτής διαταγής, υπό χρονολογίαν 29 Σεπτεμβρίου και με υπογραφήν Θ. Κολοκοτρώνη και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ίνα τα λάφυρα που επήραν οι στρατιώται όλων των επαρχιών συγκεντρωθούν και γίνη κοινή και δικαία διανομή μεταξύ όλων των στρατιωτών της πολιορκίας και των απόντων εις Δερβένια με απόλυτον ειλικρίνειαν και με δέσμευσιν δι’ όρκου, ώστε πας όστις δειχθή δόλιος ή κρύψη πράγμα, να είναι αντίδικος της Αγίας Τριάδος, αν δε εναντιωθή εξ οιασδήποτε τάξεως και αν είναι, θα δοκιμάση την κοινήν εκδίκησιν.

      Η διαταγή αυτή προφανές είναι ότι ήτο αφ’ εαυτής καταδικασμένη και πιθανώς εξεδόθη δια να καθησυχάση τους παραπονουμένους ή να καλύψη τας αυθαιρεσίας. Διότι πως ήτο δυνατόν να επαναφέρουν όσα με τόσον κόπον και με κίνδυνον της ζωής των επήραν οι στρατιώται και ως επί το πλείστον είχαν ήδη μεταφέρει εις την πατρίδα των, εις τα πλέον απομεμακρυσμένα χωρία των; Θα ήτο μακρύς ο λόγος, αν ήθελε κανείς να ομιλήση επιμονώτερα δια τα λάφυρα, δι’ όσα ο καθένας κατηγορεί τον άλλον. Βέβαιον είναι, ότι από τόσον πλουσίαν λείαν και παρά τας συμφωνίας και τας υπογραφάς, το δημόσιον ουδόλως ωφελήθη δια την συνέχισιν του Αγώνος, που ήτο εις την αρχήν.

Το νόημα των σφαγών

       Με το τριήμερον όργιον τα εδάφη της Τριπολιτσάς εβάφησαν με άφθονον εχθρικόν αίμα. Οι νικηταί επεδόθησαν μετά μανίας εις σφαγάς, πυρπολήσεις, λεηλασίαν και κακοποίησιν παντός ότι συνεδέετο με τον δυνάστην εντός της αμαρτωλής πρωτευούσης. Τα γενόμενα γενικώς, καθώς είδαμεν, και ιδίως αι ανηλεείς σφαγαί επροκάλεσαν εύλογον αγανάκτησιν ξένων απομνημονευτών και ιστοριογράφων. Δια μακρών τα επακολουθήσαντα την πτώσιν της Τριπολιτσάς περιγράφουν οι Έλληνες απομνημονευταί, αυτόπται ως επί το πλείστον των γεγονότων. Ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων δίδει σπουδαίαν ποιητικήν εικόνα των διαδραματισθέντων και ερμηνεύει τας βιαιότητας των Ελλήνων με στοχαστικότητα και ποιητικήν χάριν. Αι περιγραφαί των γενομένων εξ επόψεως ελληνικής δεν αποτελούν έγκρισιν αυτών, αποτελούν όμως απάντησιν εις τας υπερβολάς των Ευρωπαίων και προς την διεθνή κοινήν γνώμην έγκυρον απόκρισιν δια λογαριασμόν του έθνους.  

      Μας λέγει ο Φωτάκος: Δεν ήτο κανένας Τούρκος, ο οποίος να μην είχε δύο ή τρείς εχθρούς. Δεν εσυλλογίσθησαν ότι θα σηκωθούν οι ραγιάδες των και θα ζητήσουν την ελευθερίαν των, το δε κακόν τους ήλθεν έξαφνα εις το κεφάλιν των, Δεν τους εσκότωσαν λοιπόν από ωμότητα οι Έλληνες τους Τούρκους, καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μας εκατηγόρησεν ούτε δια κανένα άλλον σκοπόν, αλλά από δικαίαν εκδίκησιν, την οποίαν έτρεφαν εναντίον των. Εμέθυσαν δε από το πνεύμα της εκδικήσεως, ενθυμηθέντες την τυραννίαν των Τούρκων εναντίον αυτών και των πατέρων των. Ηύραν εμπρός των τους εχθρούς των, οι οποίοι είχαν ατιμάσει αυτούς τους ιδίους και είχαν σκοτώσει και αιχμαλωτίσει πολλούς συγγενείς και γνωρίμους κατά τον παρόντα πόλεμον, τα δε αίματα των φονευθέντων ακόμη άχνιζαν, και όμως τους καλούς Τούρκους, όσοι πρότερον δεν τους εκακομεταχειρίζοντο, τους επήραν μαζί των και τους επεριποιήθησαν όσον το δυνατόν καλύτερα, τους είχαν ομοτραπέζους των, τους έσωσαν και τους έστειλαν όπου ήθελαν.

      Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει: Οι Οθωμανοί καίτοι κυριευθέντες δι’ εφόδου παρά των Ελλήνων, έμενον εις τας αυτάς δοξασίας των, ότι είχον μέχρι της εποχής εκείνης τους Έλληνας υποχειρίους των, ενώ εθεώρουν εαυτούς μεν αόπλους, τους δε Έλληνας ωπλισμένους, με την οθωμανικήν υψηλοφροσύνην και οίησιν κακομετεχειρίζοντο τους Έλληνας, ως να ήταν επί κεφαλής αυτών εν τω ύφος των – βρε Ρωμιέ, βρε άπιστε, βρε σκύλε, φέρε νερόν……. Και πάλιν άλλοτε τοις έλεγον βρε Ρωμαίοι, κάμετε καλά να ζητήσετε το μερχαμέτι (ευσπλαχνίαν) του βασιλιά, διότι σας επήραν μερικοί εις τον λαιμόν τους και θε να χαθήτε.

      Γράφει ο Τρικούπης: Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας ομογενών, υπενθυμίζομεν μόνον ότι παντός λαού η ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας. Και επί των ημερών ημών η Ιόππη αλωθείσα υπό των Γάλλων αφέθη εις διαρπαγήν και εις την σφαγήν 30 ώρας και οι αιχμαλωτισθέντες απέθανον όλοι εν στόματι μαχαίρας. Δεν επράχθησαν δε τα εν Ιόππη υπό τυραννούντων, ως εν Ελλάδι, ουδέ παρά γνώμην των αρχηγών, ως εν Τριπολιτσά, αλλά ρητήν διαταγήν αυτού του Ναπολέοντος….

      Ο Ν. Σπηλιάδης συνετός, μετρημένος εις παρατηρήσεις, πληροφορητής προσεκτικός, αληθινός ιστορικός, με κρίσιν διαυγή, και εν προκειμένω γράφει τα λίαν αξιοπρόσεκτα ταύτα: Κατηγορήθησαν οι Έλληνες δια τοιαύτας ωμότητας (σωρός πτωμάτων αμφοτέρων των γενών εκίνει τον θεατήν εις δάκρυα), αλλ’ ενώ προέκειτο να ελευθερωθώσιν ή ν’ απολεσθώσι κατά κράτος, η σωτηρία των υπηγόρευε να βάψωσιν όλοι τας χείρας των εις τα αίματα των τυράννων των, δια να συνεθισθώσιν εις το να φονεύωσι τους εχθρούς, διότι ευρίσκοντο και τινές οι οποίοι ενόμιζον τούτο αμαρτίαν και έκλαιον διότι εφόνευον Τούρκον, και συνάμα δια ν’ αφαιρεθώσι πάσαν ελπίδα συνδιαλλαγής με τους Τούρκους. Άλλως τε δεν ηδύναντο δια την πενίαν και απορίαν των να θρέψωσιν τόσον πλήθος Τούρκων και να τους διατηρήσωσι και μάλιστα ενώ τους εθεώρουν ως επικινδύνους εις εαυτούς δια τε την επιδημικήν νόσον του τύφου και δια την απειλουμένην εξ αυτών βλάβην εις πάσαν ενδεχομένην εισβολήν των εχθρικών δυνάμεων. Όσοι δε διετηρήθησαν και εσώθησαν είτε εντός είτε εκτός της Ελλάδος δικαιολογούσιν  αποχρώντως των άλλων τον όλεθρον. Ηδύνατο μόνον οι Έλληνες να φεισθώσι των γυναικών, των παιδίων και των γερόντων και να τους στείλωσιν όλους εις Ναύπλιον – τοιουτοτρόπως ήθελον δείξει αφ’ ενός φιλανθρωπίαν και αφ’ ετέρου ήθελον επιταχύνει την πτώσιν του φρουρίου εκείνου. Αλλά και τις ηδύνατο να εμποδίση τους Έλληνας από το να λάβωσιν εκδίκησιν δι’ όσα κακά υπέστησαν και απ’ αυτάς τας γυναίκας και απ’ αυτά τα παιδία εις διάστημα αιώνων κατά διαδοχήν γενεών;

      Ο δε πλέον συγκεκροτημένος και φιλόσοφος νους μεταξύ των ιστοριογράφων του Αγώνος Ιωάννης Φιλήμων, ο μέχρι σχολαστικότητος επιμένων να εξακριβώση την αλήθειαν και μη φειδόμενος ουδενός χάριν αυτής, από υψηλής εξετάζει σκοπιάς το πρόβλημα και δικαιολογεί τας σφαγάς δια των εξής παρατηρήσεων: Καταδικάζουσιν ίσως τινές, γράφει, την διαγωγήν των Ελλήνων, ως υπερβάσαν εν ταύτη τη περιστάσει τα όρια της εκδικήσεως και προχωρήσασαν μέχρι απανθρωπίας. Ουδείς αρνείται το κακόν και ημείς απέχομεν πάσης υπερασπίσεως επί της ουσίας. Αλλ’ υπήρξε ποτέ επανάστασις κατά εξουσίας τυραννικής και ταύτης αλλοεθνούς, αλλοθρήσκου και αλλογλώσσου, μη συνοδευθείσα μεθ’ όλων των σκληρών χαρακτήρων και των συνεπειών εκείνων, οίας προκαλούσι, τας μεν φύσει, τας δε εκ περιστάσεων απροόπτων, τα παθήματα του παρελθόντος και η ανάγκη του παρόντος; Εκ περισσού δε, όταν οι βάρβαροι έδωσαν πρώτοι το παράδειγμα των ωμοτήτων – όταν επί του μετώπου της επαναστάσεως ετύπωσαν πρώτοι ούτοι τον καταναγκαστικόν χαρακτήρα της εξοντώσεως του ενός ή του άλλου των διαμαχομένων μερών, επόμενα ήσαν όπως αντανακλάσωσιν εν τη Τριπόλει, ανθισταμένη μάλιστα, όσα συνέβησαν και εν Κυδωνίαις και εν Σμύρνη και εν Κώ και εν Κρήτη και εν απάση τη τουρική επικρατεία. Κατά την άλωσιν της Τριπόλεως ο έρως προς την πατρίδα μετεβλήθη εις πάθον ακράτητον και τούτο παρέσυρε τους Έλληνας εις τας τραγικωτέρας πράξεις.

Η φωνή του ποιητού

      Ο Διονύσιος Σολωμός εις τον μακρόν και ανεπανάληπτον Ύμνον εις την ελευθερίαν διέθεσε τας στροφάς 35-74 δια να ζωντανεύση την δράσιν της ελευθερίας εις την Τριπολιτσάν, με χωριστήν εντελώς ενότητα του ποιητικού του μεγαλουργήματος, υποδιηρημένην εις πέντε επί μέρους τεμάχια.

      Ο ποιητής λέγει απεριφράστως ότι μόνον βουτηγμένη εις το αίμα η Ελευθερία κατακτάται, δια τούτο περιτρέχει την ξεσηκωμένην χώραν και αίμ’ ανθρώπινο διψά, καθώς κρατεί το κοφτερό της σπαθί έξω από την θήκην.

Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου η αναλαμπή,
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

      Μέσ’ από τας κάνας των όπλων εμετός φρικτού πυρός, η ποιητική έκφρασις εις την 39ην στροφήν ωσάν ηχητική της μάχης δίδει την ακουστικήν εικόνα της. Ο εχθρός τρέπεται εις φυγήν αλλά μάχεται από τις τάπιες. Η Ελευθερία προκαλεί. Η μάχη γενικεύεται, η έφοδος γίνεται με ορμήν και αληθινόν πανδαιμόνιον δημιουργείται εντός της πόλεως, όπου η μάχη διεξάγεται σώμα προς σώμα, τα ντουφέκια πέφτουν εξ επαφής, κούφια τα λέγει ο ποιητής, τα σπαθιά σμίγουν.

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
αναβαίνοντας το Κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

      Μόλις λοιπόν διεκρίνοντο εις το θαμπόν φως κανενός άστρου αι σκιαί των νεκρών. Εν συνεχεία ο ποιητής τας παρομοιάζει προς τας σκιάς, που ρίπτουν τας νυκτερινάς ώρας επί της γης τα δέντρα του δάσους, όταν επ’ αυτών στέλνη μισοφέγγαρο χλωμό θαμπόν φώς, ακριβέστερα μάλιστα κατά την ποιητικήν έκφρασιν, όταν στέλνη μιάν αχνάδα το μισοφέγγαρο τα φυλλώματα των δέντρων.

Με τα μάτια τους γυρεύουν,
όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μέσ’ στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνας κοντά
και τα στήθια τους αγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μεσ’ στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει
και στα άκρα ασπλαχνιά.

      Αι σκιαί αναζητούν αίματα πηχτά, να πιούν. Δεν σταματούν να χορεύουν τον απαίσιον χορόν των. Αφήνουν βραχνόν βρυχηθμόν. Εις τι πέρασμά των καταλαμβάνεται κανείς από ρίγος τρόμου. Διότι και ο χορός είναι γεμάτος μανίαν και υπό το κράτος αυτής εγγίζουν τους νικητάς, απλώνουν τα παγωμένα χέρια των, τα αποστεωμένα δάκτυλά των φέρουν έως τα στήθη των νικητών, έως την καρδίαν των, εκεί όπου εδρεύουν τα συναισθήματα.

      Ευφυές εύρημα του ποιητού υπήρξε να εμφανίση τας σκιάς των νεκρών. Το αίτημά των, καθώς επίμονον διετυπώνετο με τον απαίσιον χορόν των και με τα αποτρόπαια βρυχήματά των, έκαμε να κορυφωθή το μίσος των νικητών κατά των τυράννων των, το εθνικόν όχι προσωπικόν μίσος. Με τον τρόπον αυτόν ο ποιητής ηρμήνευσε και σχεδόν εδικαιολόγησε τας σφαγάς των ηττημένων εχθρών. Εις την Οδύσσειαν του Ομήρου αναπηδούν γυμναί και βρυχώμεναι αι ψυχαί των νεκρών και ζητούν να εγγίσουν το αίμα των θυμάτων της θυσίας, που έρρεε κατάμαυρον εις τον βαθύν λάκκον, που ο Οδυσσεύς εις την άκραν του Ωκεανού συνομιλεί με τας; Ψυχάς των προσφιλών νεκρών, ο Σολωμός ενεπνεύσθη το δάνειον, δια την αναπαράστασιν της φονικής νυκτός της Τριπολιτσάς, αλλά με ποιητικήν ελεύθερίαν από την συγκλονιστικήν ατμόσφαιραν του Άδου εδημιούργησεν υποβλητικήν εικόνα με τας σκιάς και ευφυέστατα κατέληξεν εις το θαυμαστόν αποτέλεσμα της κατακυριεύσεως των αγωνιστών από άγριον πάθος, μένος και μίσος, μέχρι ανελεήτου σφαγής των εχθρών έως ενός.

Επίσημος φωνή

      Κατά το δεύτερον έτος της Επαναστάσεως, οπότε η Ελλάς είχεν επίσημον πολιτικήν φωνήν, εκφραζομένην δια της υπευθύνου κυβερνήσεως αυτής, έκρινεν αναγκαίον να διασκεδάση την εις βάρος της αγωνιζομένης Ελλάδος δημιουργηθείσαν δυσμενή εντύπωσιν από τα γεγονότα της Τριπολιτσάς εις την κοινήν γνώμην της Ευρώπης. Εξέδωκε λοιπόν μικρόν τεύχος αγγλιστί και ελληνιστί, εκτάσεως ενός τυπογραφικού φύλλου, οπόθεν χρήσιμον είναι να αντλήσωμεν τα επιχειρήματα της επισήμου θέσεως ταύτης, που άλλως τε αποτελούν και την κατ’ εξοχήν φωνήν της Ελλάδος επί του θέματος, αφού κυρίως αποτελεί απάντησιν εις κατηγορητήριον[8].  

      Μετά την τοιαύτην έκθεσιν, καλούνται οι φίλοι της ελληνικής ελευθερίας να μεταβάλουν αισθήματα, αφού δεν παρεβιάσθησαν συνθήκαι, ως τονίζεται περαιτέρω. Αλλά η έκθεσις δεν αφήνει αμνημόνευτον την διαγωγήν των Τούρκων προ της αλώσεως της Τριπολιτσάς, διότι ολόκληρος κατάλογος απανθρώπου βαρβαρότητας δικαιολογεί να ερεθίση τους Έλληνας εις την πλέον τρομεράν ανταπόδοσιν. Αναφέρεται σειρά απανθρώπων πράξεων εις Πάτρας και τα χωρία, από όπου διήλθεν ο Κεχαγιάμπεης και επέρασεν από το σπαθί όλους τους χριστιανούς χωρίς να ευσπλαγχνισθή άνδρας, γυναίκας, ηλικίαν. Επίσης μνημονεύεται η κατόπιν διαταγής αυτού θανάτωσις αρχιερέων και προεστώτων, καθ’ ην στιγμήν διεπραγματεύετο με τους πολιορκητάς, ενώ δια δόλου κληθή και ήσαν αθώοι. Το γεγονός τούτο έγινε γνωστόν εις τους Έλληνας, όταν εισήρχοντο εις την Τριπολιτσάν. Και ούτως αφρίζοντες από θυμόν δυσκολοκράτητον εκδικήθηκαν το αίμα των φονευθέντων ποιμένων και αδελφών των με τον σκοτωμόν κάμποσων χιλιάδων Τούρκων. Και πάλιν, προστίθεται, επτακόσιαι τούρκικαι οικίαι εφυλάχθησαν, έξω από τας οικίας και τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά και ως και αυτού του βδελυρού Κεχαγιά.

      Εν συνεχεία μνημονεύεται ότι η παράδοσις της Κορίνθου δια συνθήκης έδωκε την ευκαιρίαν εις τους Έλληνας να εκτελέσουν αυτήν, παρά τας εν τω μεταξύ απανθρωπίας της Κασσάνδρας, και όχι μόνον τούτο αλλά και εις Μεσολόγγι περιέθαλψαν οι Έλληνες τα ορφανά των σκοτωμένων Τούρκων. Τονίζεται εις το σημείον τούτο ότι εις την Τριπολιτσάν ενήργησαν οι Έλληνες επάνω εις την θέρμην του αγώνος και ενώ εσύροντο εις μανίαν από τον ερεθισμόν, όπου οι τύραννοί των τους έδωκαν, τύραννοι οι πλέον μυσαροί και αιμοβόροι του ανθρωπίνου γένους. Η κατακλείς της εκθέσεως είναι μία έκκλησις προς τους όντας εραστάς της ελευθερίας, του χριστιανισμού και της ανθρωπότητος, να κρίνουν, αν ήθελεν είναι πρέπον εις αυτούς ν’ αποστερήσουν το ελληνικόν Γένος ριμμένον εις τον πλέον φρικτόν, πλήν ιερόν αγώνα δια την ελευθερίαν.

Η σημασία της νίκης

      Η νίκη της 23ης Σεπτεμβρίου εστεφάνωσε τα μέτωπα όλων των στρατιωτών, που απέβησαν άξιοι του ωραίου αποτελέσματος. Μερίδιον συμμετοχής διεκδικούν δικαίως όλοι οι καπεταναίοι, που απέβησαν συντελεσταί της νίκης. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης όμως συνέδεσαν τα ονόματά των με αυτήν την ουσίαν της μεγάλης επιτυχίας, διότι άνευ αυτών δυσκόλως θα επετυγχάνετο η μεγαλειώδης νίκη.   

      Η σημασία της αλώσεως της Τριπολιτσάς είναι και ηθική και στρατιωτική. Από πλευράς ηθικής είναι βέβαιον, ότι ωφελήθη μεγάλως η Επανάστασις. Διότι εστερεώθη, εγενικεύθη, επεβλήθη. Οι στρατιώται απέκτησαν συνείδησιν της δυνάμεως των και της αποστολής των. Εις χείρας αυτών περιήλθε κατόπιν αγώνος η πρωτεύουσα της διοικήσεως του Μορέως, αφού κατελύθη η εξουσία του πασά, εξηυτελίσθησαν οι αρχηγοί των δυναστών και εφονεύθησαν πλήθη εχθρών. Ο πόλεμος απεδείχθη τώρα πλέον παιχνίδι εις τα χέρια των αγωνιστών. Μετά την μεγαλειώδη νίκην της Τριπολιτσάς, υπάρχει περιθώριον να συνεχισθή ο Αγών, δια να σημειώσουν νέας νίκας τα ελληνικά όπλα, να κυριευθούν και άλλα φρούρια, να ελευθερωθούν και άλλαι πόλεις, να σταλούν ενισχύσεις πέρα του Ισθμού, δια να ελευθερωθούν και άλλοι αδελφοί.

      Εξ απόψεως στρατιωτικής η άλωσις της Τριπολιτσάς χαρακτηρίζεται ως θεμέλιον και ύψιστον κραταίωμα της Επαναστάσεως, πρώτη και μεγάλη επιτυχία, που εκέρδησαν οι Έλληνες εναντίον των τακτικών πολεμικών δυνάμεων των Οθωμανών. Η ενδοχώρα της Πελοποννήσου περιήρχετο εις τον αποκλειστικόν έλεγχον των επαναστατών, ευχερής δε καθίστατο η κατάληψις των πολιορκουμένων υπολοίπων φρουρίων, εντός των οποίων είχαν αποκλεισθεί Τούρκοι, ήτοι Πατρών, Ρίου, Μεθώνης, Κορώνης, Ναυπλίου, Ακροκορίνθου. Με άλλας λέξεις η Τριπολιτσά καθίστατο κέντρον της πολιτικής και στρατιωτικής οργανώσεως και δράσεως. Αι σφαγαί και τα έκτροπα εμφανίζουν και αρνητικώς ευεργετικήν όψιν, διότι ηύρηναν το χάσμα μεταξύ εκδικουμένων Ελλήνων και ωμών δυναστών των, ώστε να συνεχισθή με πείσμα ο Αγών και τούτο ήτο σοβαρά ηθική ενίσχυσις.

      Όπως έχει σημειωθή ήδη, τούτο δε είναι και γενική των ιστοριογράφων παρατήρησις, το κοινόν ταμείον ουδόλως ωφελήθη από την λαφυραγωγείαν της Τριπολιτσάς, αφού και αυτή η μεταξύ των αρχηγών συμφωνία δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθή κατά την ώραν της γενικής συγχύσεως. Πάντως, δια να μη είμεθα υπερβολικοί, με την άλωσιν εγέμισεν ο τόπος από όπλα, διότι δεν πρόκειται μόνον δια τον ατομικόν οπλισμόν των στρατιωτών, αλλά και δια τα σχετικά αποθέματα, υπολογιζόμενα όλα εις 25 χιλιάδας. Γράφει χαρακτηριστικά ο δυνάμενος να γνωρίζη καλώς Φωτάκος: Η κυρίευσις της Τριπολιτσάς, διότι επήραν των Τούρκων τα άρματα, αρμάτωσεν όλους τους Πελοποννησίους, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν αρματωμένοι με μαχαίρας, τας οποίας οι γύφτοι (σιδηρουργοί) τότε τας έκαμαν, και με σουγλιά. Πριν πέση η Τριπολιτσά, δεν είχαν όπλα οι Έλληνες και δεν πρέπει να γράφουν τινές ότι είχαν πολλάς χιλιάδας, οίτινες ελησμόνησαν φαίνεται τόσον γρήγορα ότι με ένα μόνον τουφέκι επήγαιναν δύο και τρείς Έλληνες να υπηρετήσουν, κατά την αναλογίαν την οποίαν ετήρουν οι έφοροι των επαρχιών οι ενεργούντες την στρατολογίαν, οίτινες τους έστελλον εις το στρατόπεδον φορτωμένους με ένα μεγάλο ψωμί και με το ραβδί των εις το χέρι, το οποίον έδιδαν εις εκείνον, του οποίου έπαιρναν το τουφέκι, δια να το φέρη εις το χωρίον του και να το δώση εις την γυναίκαν του ή την μητέραν του. Η τοιαύτη ανταλλαγή εγίνετο τότε, διότι δεν είχαμεν όλοι όπλα, εγίναμεν όμως διπλοί, όταν επήραμεν τα όπλα της Τριπολιτσάς και των άλλων φρουρίων. Τους έδωσε δε ακόμη και μεγάλο θάρρος κατά των Τούρκων, διότι εφόρεσαν χρυσά και καλά φορέματα και λαμπρά άλογα εκαβάλληκαν.

      Είναι λοιπόν βέβαιον, ότι υπέρ του αγωνιζόμενου κοινού απέβησαν οπλισμός και πολεμοφόδια. Λόγος γίνεται περί 30 τηλεβόλων φρουρίου και τειχών ή περί 13 ορειχάλκινων πυροβόλων, εξ ών μόνον 2 των 6 λιβρών ήσαν χρησιμοποιήσιμα, καθώς και περί 17 σιδηρών πυροβόλων, εξ ώ χρησιμοποιήσιμα ήσαν 3 των 9 λιβρών. Υπό τας συνθήκας που διεγράφησαν ήδη, ως προς όλα τα όσα προέκυψαν εκ της αλώσεως της Τριπολιτσάς ατομικά και γενικότερα ωφελήματα γίνεται φανερόν ότι η Πελοπόννησος εκαλείτο να μεταβληθή εις το μέγα και ασφαλές ορμητήριον των Ελλήνων. Αφού δε προηγηθούν ωρισμέναι επιχειρήσεις εκκαθαρίσεως, έμελλε να αναληφθή ευρύτερος αγών δια τους μεγάλους σκοπούς της Επαναστάσεως.

      Πρέπει να παρατηρήσωμεν βεβαίως ότι η έφοδος και η άλωσις της πόλεως, η ανωμαλία που ηκολούθησεν, αι σφαγαί και η λαφυραγωγία, όλ’ αυτά εκλόνισαν έτι μάλλον και αυτήν την έστω στοιχειώδη στρατιωτικήν οργάνωσιν, που είχαν επιτύχει τόσαι και τόσον επίμονοι προσπάθειαι εις το στρατόπεδον των επαναστατών. Καθ’ όσον αφορά όμως εις τα γενόμενα εντός των αμέσων χρονικών πλαισίων και δη εντός της Τριπολιτσάς κατά τας επόμενας μετά την πτώσιν αυτής ημέρας, εφ’ όσον οργανικώς ανήκουν εις το παρόν Κεφάλαιον, υποχρεούμεθα να συνοψίσωμεν ακολούθως, δια να είμεθα ενημερωμένοι όχι μόνον επί του ευρυτέρου περιεχομένου των πραγμάτων, αλλά προ πάντων δια να συλλάβωμεν την ωχρά εικόνα της μεγάλης προσπαθείας των ιθυνόντων της εποχής, ώστε η Τριπολιτσά μία ελευθέρα, πρώτη αυτή, ελληνική πόλις, απηλλαγμένη του βάρους της αθλιότητος του παρελθόντος, ικανή να εμπνεύση την διαγραφήν της πορείας προς τον ελεύθερον πολιτικόν βίον.

=============================================================== 

Ακριβής αντιγραφή (δεν τηρήθηκε μόνο το πολυτονικό σύστημα) αποσπασμάτων από τον τόμο Β1 της Ιστορίας της Τριπολιτσάς του Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου..

 

Arcadians
21 Μαρτίου 2011


[1] Τον αριθμό των εβραϊκών οικογενειών δίδει ο Φιλήμων Δ’ 224-225. Οι Ισραηλίται, λέγει, εθυσιάσθησαν πανέστιοι ένεκα της σκληράς κατά των χριστιανών διαγωγής άλλων αλλαχού Ισραηλιτών και μόνον ο τραπεζίτης Χανέν διεσώθη με 10 περίπου οικογενείας του περιβάλλοντός του, τόσον διότι ανήρ αγαθών προαιρέσεων εδείχθη έναντι των χριστιανών κατά τον προηγούμενον χρόνον, όσον και διότι επρόλαβε να τεθή υπό την προστασίαν του Κολοκοτρώνη. Τους χαρακτηρισμούς δια τον Χανέν επαναλαμβάνει και ο Σπηλιάδης Α’ 247, παρατηρεί όμως ότι τους Εβραίους οι Έλληνες εφόνευσαν, διότι εθυμήθησαν την διαγωγήν των εις Κωνσταντινούπολιν, Θεσσαλονίκην και αλλού κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως. Ταύτα ζωηρότερον τονίζει ο Φωτάκος, Α’ 251-252, ανατρέχων εις την συμπεριφοράν των Εβραίων κατά του νεκρού Πατριάρχου και κατά του επισκόπου Κορώνης, ομολογεί δε ότι τον τραπεζίτην εξήγαγε εκ της πόλεως την προηγουμένην της αλώσεως ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, συνέβαλε δε και αυτός. Ο Φραντζής, Β’ 67, υπος.1, αναβιβάζει εις 125 τας εβραϊκάς οικογενείας, που εφονεύθησαν, θέλει όμως 10-15 εξ αυτών ότι διεσώθησαν. Ο Raybaud, Ι 471, λέγει ότι οι Ισραηλίται ηφανίσθησαν μέχρι του τελευταίου και ως επί το πλείστον υπό της πυρός.  

[2] Οικονόμου 216 κεξ. Φιλήμων Δ’ 225. Ο σ. δεν είναι λεπτομερής, αλλά δίδει την ημερομηνίαν 26 Σεπτεμβρίου.

[3] Δεληγιάννης Α’ 272-273, 277. Ο γυναικάδελφός του . Π. Παπατσώνης, 68, ισχυρίζεται ότι οι στρατιώται του Δεληγιάννη ηλεκτρισθέντες από τα λάφυρα τους εφόνευσαν άνευ θελήσεως του αρχηγού των ! Τρικούπης Β’ 63. Raybaud Ι 483.

[4] Φωτάκος Α’ 256. Εις το επεισόδιον τούτο πιθανώς αναφέρεται ή άλλως δυσνόητος φράσις του Θ. Κολοκοτρώνη Α’ 80: «Αρβανίτες κλεισμένοι εις τον πύργο δεν πείθονται εις την φωνήν μου», πύργος δε ήτο κάποια έπαλξις του σεραγίου μετά καταλυμάτων δια την φρουράν. Πρβλ. Στεφανόπουλον 77-78.

[5] Έφθασα το Σάββατο εις την Τριπολιτσά. Παρασκευή έπεσε. Ήτον συνθήκη να βγάλουν μερτικό εις τους Δερβενοχωρίτες. Δια τούτο επήγα, αφηγείται ο Νικηταράς. Νικηταρά απομνημονεύματα, έκδ. Βέη, «ελληνικά», τ. Γ’ (1930), σ. 177. Έκδοσις Κονόμου.σ.12.

[6] Την ακριβή ημέραν της επιστροφής του Πάνου δίδει ο Κασομούλης, Α’ 152-153, δια των εξής αξιοσπούδαστων: Εκείνην την στιγμήν (=εσπέρας 26ης) επέστρεφε και ο Πάνος υιός του μ’ έναν σωρόν ζουρνάδες και τύμπανα έμπροσθεν και πλήθος χωρικών …. Τα χαρακτηριστικά εκείνου του νέου δεν παρωμοίαζαν με του πατρός του, το φέρσιμόν του ήτον πολλά ήσυχον και ατάραχον, μ’ εφάνη και από την ομιλίαν αμέσως εννόησα ότι δεν ήτο πεζός, αλλά με τρόπους και άνθρωπος του κόσμου…… Εις Τρίπολινο Κασομούλης έφθασε την νύκτα εις τας 26 Σεπτεμβρίου. 

[7] Φιλήμων Δ’ 470. Σπηλιάδης Α’ 248. Φωτάκος Α’ 259. Ο τελευταίος λέγει ότι το μερίδιον των Μανιατών έλαβεν ο Μαυρομιχάλης, των Γορτυνίων ο Π. Κολοκοτρώνης και Απ. Κολοκοτρώνης, των Φαναριτών ο Τζαννέτος Χριστόπουλος και των Λεονταριτών ο Αναγνωσταράς. Ο Δεληγιάννης Α’ 274-275, ομιλεί περί 50 εκλεκτών ίππων των επισήμων Τούρκων και περί συγκεντρώσεως των οπλαρχηγών προς διανομήν, εις την οποίαν όμως αυτός θεώρησεν αναξιοπρεπές να παραστή και έστειλε τον αδελφόν του Δημητράκην. Κατά κοινήν συμφωνίαν, την διανομήν έκαμεν ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, αλλ’ ο Κολοκοτρώνης ηξίωσε να πάρη όλον το μερίδιον της επαρχίας Καρυταίνης, να το αναλογίση αυτός ως αρχηγός. Ο Κυριακούλης του απάντησεν ότι όλοι μέχρι σήμερα αρχηγούς της επαρχίας αναγνωρίζουν τους Δεληγιανναίους και ελογομάχησαν – οπότε θυμώσας ο Κυριακούλης, διότι τον επρόσβαλεν (ο Κολοκοτρώνης), του έδωσε μίαν κλωτσιάν, ώστε ολίγον έλειψε να τον κρημνίση κάτω από την σκάλαν να συντριφθή, λέξας μετ’ οργής προς αυτόν – σκατόβλαχε, θα σε κάμω και σένα αρχηγόν και μεγάλον, παλιοκλέφτα. Επενέβησαν διάφοροι, λέγει, και αναχαίτησαν τον θυμόν του Κυριακούλη. Τας φαιδρότητας αυτάς παραθέτομεν, δια να φανή μέχρι ποίου σημείου φθάνει το πάθος.  

[8] Τίτλος του φυλλαδίου: The Greeks at Tripolitza, London 1822, σσ. 15. Ευρίσκεται εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκην Αθηνών, υπό επίσημα ΙΣΤ. 1903 Ζ. Ο τίτλος επαναλαμβάνεται εις την σ. 2, ελληνιστί δε ΟΙ Έλληνες κατά την Τριπολιτζάν, εις την σ.3

 
© 2014 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.