WELCOME
Κατά το σχέδιο του Jean Goppin  "Διανομή του Μορέως" το 1630 μ.χ ο Πάπας θα λάμβανε τη μισή Αρκαδία και την υπόλοιπη οι Δούκες της Μοδένας και της Πάρμας !! 
Βλασσοπούλου Καρύδη - Arcadians Αρκάδες - παρουσίαση βιβλίου Print

Τίτλος βιβλίου: Arcadians - Αρκάδες

Η λαμπρή παρουσία των Αρκάδων στον Αρχαίο Κόσμο.

Γλώσσα: ελληνικά-αγγλικά
Συγγραφέας και εκδότης: Μαρία Βλασσοπούλου-Καρύδη


ekswfylo probolhs

Γενικά Συμπεράσματα

Σχετικά με το χαρακτηρισμό των Ελλήνων ως κλάδου μιας ενιαίας Ινδοευρωπαϊκής φυλής θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο όρος Ινδοευρωπαίος είναι απόλυτα συμβατικός, χωρίς ιστορικό υπόβαθρο και αναφέρεται μόνο σε ένα συσχετισμό γλωσσών με κοινά στοιχεία για  τον προσδιορισμό της καταγωγής των φορέων τους.

Η περίφημη θεωρία των μαζικών μεταναστεύσεων των φορέων της πρωτοινδοευρωπαϊκής γλώσσας είναι εντελώς αβάσιμη, δεδομένου ότι στηρίχτηκε στις γλωσσικές ομοιότητες αυτοχθόνων λαών, που κατοικούσαν μια αχανή περιοχή, που κάλυπτε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας.

Η έλευση των Ελλήνων με τη μορφή της μαζικής εισβολής μεταναστών, που συμβατικά  κατ’ αρχήν χρονολογήθηκε το 2100 π.Χ. ή το 1900 π.Χ. και κατόπιν το 1600 π.Χ. μπορεί να μην πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Στα ελληνικά φύλα της μυκηναϊκής εποχής (2ο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ.) καταγράφονται οι Άβαντες, Αθαμάνες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες, Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες, Δωριείς, Επειοί, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες, Μάγνητες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περαιβοί, Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες, Φωκείς.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Γραμμικής Γραφής Β  η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι ελληνικές διάλεκτοι των ιστορικών χρόνων δημιουργήθηκαν από τη διαφοροποίηση των δύο προϊστορικών διαλέκτων, της Νοτιοελληνικής (Αρκαδοκυπριακής) και της Βορειοελληνικής (Δωρικής). Η Ιωνική και η Αιολική πρέπει να εμφανίστηκαν αργότερα μετά το τέλος της εποχής του Χαλκού δηλ. μετά το 1200 π.Χ.

Είναι γενικά πλέον αποδεκτό ότι η Μυκηναϊκή γλώσσα της Γραμμικής  Β Γραφής αποτελεί μια πρώιμη μορφή της Αρκαδοκυπριακής γλώσσας, που πρέπει να ήταν η κυρίαρχη διάλεκτος στην Πελοπόννησο κατά την εποχή του Χαλκού.

Την παρουσία των Αρκάδων στο κέντρο της Πελοποννήσου, κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, μαρτυρεί η Αρκαδοκυπριακή γλώσσα τους, της οποίας τα όρια ξεπέρασαν την κεντρική  Πελοπόννησο και επεκτάθηκαν προς την Αργολίδα, τη Λακωνία, τη Μεσσηνία  και την Τριφυλλία, σε περιοχές, όπου κατοικούσαν οι Αχαιοί. Ο M. Ventris, που αποκρυπτογράφησε τη Γραμμική Γραφή Β, θεώρησε την Αρκαδοκυπριακή διάλεκτο των ιστορικών χρόνων πλησιέστερη προς την επίσημη γλώσσα των Μυκηναίων (Αχαιών). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η έρευνα του E. Risch, σύμφωνα με την οποία η Μυκηναϊκή γλώσσα επιβιώνει στην Αρκαδία και στην Κύπρο μετά τη Μυκηναϊκή εποχή.

Κατά τους  αρχαίους ιστορικούς, ο όρος Αρκαδία δεν αναφερόταν σε γεωγραφική ενότητα αλλά σε συγκεκριμένη εθνότητα, που αποτελούσε κλάδο του ελληνικού έθνους.

Οι φυλετικοί κλάδοι των Αρκάδων, που αναφέονται σαν αυτόχθονες προέλληνες (Πελασγοί) στην Προϊστορική Πελοπόννησο, ήσαν οι Αζάνες, οι Παρράσιοι, οι Καύκωνες, οι Κυνούριοι και οι Αίμονες. Αλλά και κατά τους ιστορικούς χρόνους οι Αρκάδες διακρίνονται στις ακόλουθες εθνικές ομάδες, τα ονομαζόμενα έθνη, τους Ευτρήσιους, τους Κυνούριους, τους Παρράσιους, τους Αζάνες και τους Καύκωνες.

Στην  ελληνική μυθολογία και ιδιαίτερα στη θεογονία η Αρκαδία εμφανίζεται σαν το λίκνο πολλών θεοτήτων και μέσα στα όριά της τοποθετούνται οι δραστηριότητες μυθικών ηρώων, του Ηρακλή, του Άτλαντα αλλά και του Προμηθέα.

Παρά τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή των Αρκάδων, στη συνείδηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου ήσαν αυτόχθονες και «προσέλληνοι», κατοικούσαν δηλαδή στη χώρα πριν από την ύπαρξη της σελήνης.

Σημαντικά στοιχεία για τη καταγωγή των Αρκάδων σώζονται από τους σημαντικότερους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Διονύσιο Αλικαρνασσέα και Παυσανία).

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν μετακινήσεις Αρκάδων στον Ελλαδικό χώρο, στην Εγγύς Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Οι πάμπολλες αυτές αναφορές, σε συνδυασμό  με τη μυθολογία αλλά και την κατά τόπους αρκαδική ονοματολογία, μαρτυρούν την ύπαρξη ιστορικού πυρήνα σχετικά με τη διασπορά των Αρκάδων, που δεν πρέπει να ανήκε μόνο στο χώρο του μύθου. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία ο αποικισμός των Αρκάδων αναπτύσσεται σε μεγάλη ακτίνα στο χώρο της Μεσογείου και από την εποχή του γενάρχη Αρκάδα αναφέρονται μεταναστευτικές κινήσεις. Το πολυάνθρωπο αρκαδικό φύλο με την ιδιαίτερη ζωτικότητα και την πολεμική ικανότητα δεν ήταν δυνατόν να περιορισθεί στην άγονη πατρίδα του και αναγκαζόταν συνεχώς να ζητεί καλύτερη μοίρα σε άλλα  εδάφη ή να παρέχει τις στρατιωτικές του υπηρεσίες ενισχύοντας με μισθοφόρους τις στρατιωτικές δυνάμεις της αρχαιότητας.

Τα μεταναστευτικά ρεύματα των Αρκάδων, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, κινήθηκαν κυρίως προς τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους, την Ιταλία, τη Σικελία, την Κύπρο, τον Εύξεινο Πόντο και την Εγγύς Ανατολή. Ο Όμηρος στο Υ της Ιλιάδας αναφέρει ότι η αριστοκρατία της Τροίας και μέρος του λαού της ήσαν απόγονοι των Αρκάδων, συμπεριλαμβανομένων και του ΄Εκτορα, του Αγχίση, πατέρα του Αινία και φυσικά του ίδιου του Αινεία, ο οποίος όταν έφυγε με τον πατέρα του από την Τροία πέρασε από την Αρκαδία, όπου ίδρυσε την πόλη Καφυές, στη μνήμη του παππού του Καφυέως και μετά το θάνατο του πατέρα του μετανάστευσε στην Ιταλία.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Βιθυνοί της Μ.Ασίας ήσαν Αρκάδες και κατά τον Παυσανία, τον Στράβωνα, τον Πτολεμαίο και τον Πλίνιο υπήρχε αποικία των Μαντινέων στη Βιθυνία με την ονομασία Βιθύνιον, που ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Σαγκάριου. Γι΄αυτό το λόγο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους αποδόθηκαν στην Αρκαδία μεγάλες τιμές στον ευνοούμενο του αυτοκράτορα Αδριανού Αντίνοο, ως  ομογενούς για την καταγωγή του από τη Βιθυνία, που είχε αποικισθεί από τους Μαντινείς.

Ο βασιλιάς της Τεγέας Αγαπήνωρ, που συμμετείχε στον Τρωϊκό πόλεμο, κατευθύνθηκε μετά την άλωση της Τροίας προς την Κύπρο, όπου δημιούργησε τον οικισμό της Πάφου και ίδρυσε το ιερό της Παφίας Αφροδίτης. Η επικοινωνία της Αρκαδίας και της Κύπρου κατά την αρχαιότητα  μαρτυρείται από πολλές αρκαδικές ονοματοθεσίες, που υπάρχουν στο νησί και από την Αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, την αρχαιότερη γλώσσα, που είχε καταγραφεί στις μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής γραφής Β.

Αλλά το γεγονός που πρόβαλε τους Αρκάδες στον αρχαίο κόσμο σαν λαό της διασποράς ήταν η μετανάστευσή τους στην Ιταλία  και ο συνοικισμός της Ρώμης πριν από το Ρωμύλο και το Ρέμο. Σαν οικιστής της Ρώμης αναφέρεται ο Εύανδρος, καταγόμενος από το Παλλάντιο, γυιος του βασιλιά της Αρκαδίας Εχέμου, που έδωσε το όνομα του τόπου της καταγωγής του στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης, σύμφωνα με το Στράβωνα. Αλλά και ο μύθος της λύκαινας, που έθρεψε τους πρώτους Ρωμαίους το Ρωμύλο και το Ρέμο, αποτελεί κατά τον Πλούταρχο μίμηση προγενέστερου αρκαδικού μύθου, που αναφερόταν στα δίδυμα παιδιά του θεού Άρη και της αρκαδικής νύμφης Φιλονόμης. Τα δίδυμα αυτά βρήκε ένας ποιμένας της Αρκαδίας ονόματι Τήλεφος να τρέφονται από μια λύκαινα και τα ονόμασε Λύκασο και Παρράσιο. Απόδειξη της πεποίθησης των Ρωμαίων για την Αρκαδική τους καταγωγή αποτελεί το γεγονός ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αντωνίνος ο Ευσεβής επισκέφθηκε το αρκαδικό Παλλάντιο σαν τη μητρόπολη της Ρώμης, ανακήρυξε τη μικρή αυτή κώμη  πόλη και την απάλλαξε από κάθε φορολογία.

Γνωστή ήταν η προς το θείον ευσέβεια των Αρκάδων, που διατήρησαν αρχέγονες προϊστορικές λατρείες ενώ παράλληλα θεωρούσαν την πατρίδα τους γενέτειρα των περισσότερων θεών του ελληνικού Δωδεκαθέου. Αξιοσημείωτος ήταν ο σεβασμός τους στους νόμους και για το λόγο αυτό ονομάστηκαν φύλακες δικαιοσύνης.

Με τη λιτή ζωή τους απέφευγαν την πολυτέλεια και τις απολαύσεις. Συνέτρωγαν με τους δούλους ακόμα και στα συμπόσια.

Αντιπροσωπευτική αρκαδική προσωπικότητα του 2ου αι.π.Χ.αποτελεί ο ηγέτης της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που παράλληλα με τη μνημειώδη δράση του δούλευε στο κτήμα του σαν απλός γεωργός, ενώ τη συμπεριφορά του χαρακτήριζε φιλική διάθεση και δημοκρατικό πνεύμα.

Τον 7ο αι.π.Χ., ενώ όλες τις ελληνικές πόλεις κυβερνούσαν ολιγαρχικά καθεστώτα, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο βασιλιάς των Αρκάδων Αριστοκράτης είχε δωροδοκηθεί, οι Αρκάδες τον λιθοβόλησαν, κατήργησαν τη βασιλεία και πρώτοι αυτοί από όλους τους Έλληνες εγκαθίδρυσαν το πολίτευμα της Δημοκρατίας.

Ήσαν περιζήτητοι μισθοφόροι και διακρίνονταν για την τόλμη, τη γενναιότητα και την καρτερία τους στις κακουχίες του πολέμου. Ο Ξενοφών αναφέρει χαρακτηριστικά «ού νυξ, ού χειμών, ού μήκος οδού, ούκ όρη δύσβατα απεκώλυεν αυτούς». Κατά τον Όμηρο ήσαν αγχιμαχητές, ικανοί δηλαδή στη μάχη σώμα με σώμα. Κατά τον ιστορικό Έφορο οι Μαντινείς επινόησαν την πολεμική στολή και ο αρχαιότερος οπλισμός ονομαζόταν «μαντινική όπλισις».

Σε όλες τις επεκτατικές τους δραστηριότητες οι Σπαρτιάτες βρίσκονταν αντιμέτωποι με το στρατό των Αρκάδων, που ήσαν σύμμαχοι των Μεσσηνίων και καταφύγιο των διωκομένων. Σ’ αυτούς κατέφευγαν οι διωκόμενοι είλωτες καθώς και ο βασιλιάς των Μεσσηνίων Αριστομένης μετά την αιχμαλωσία  του από τους Σπαρτιάτες.

Στους εθνικούς αγώνες κατά των Περσών οι Αρκάδες συστρατεύθηκαν με τους άλλους Έλληνες. Δύο χιλιάδες πολέμησαν στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ. και έσπευσαν μετά τη μάχη αυτή στον  Ισθμό για να εμποδίσουν τη διέλευση στην Πελοπόννησο του Περσικού στρατού. Στη μάχη των Πλαταιών έλαβαν μέρος 5000 Αρκάδες και με επικεφαλής το βασιλιά της Σπάρτης Παυσανία  οι Έλληνες έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στο στρατό των Περσών.

Παροιμιώδης ήταν η έφεσή τους στις τέχνες, τα γράμματα κσι ιδιαίτερα στη φιλοσοφία. Στον τομέα της φιλοσοφίας μια από τις μεγαλύτερες σχολές της αρχαιότητας λειτουργούσε στη Μαντίνεια. Σ’ αυτή υπάρχει η μαρτυρία ότι σπούδασε ο Σωκράτης, όπου μεγάλη επίδραση άσκησε σ΄αυτόν η διδασκαλία της Διοτίμας, όπως αναφέρεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Η μεγάλη εκείνη φιλόσοφος ήταν ιέρεια και μάντις στο ιερό του Διός στη Μαντίνεια.

Η μουσική και ο αθλητισμός αποτελούσαν το θεμέλιο της αρκαδικής παιδείας. Η μουσική κατά τον Πολύβιο το Μεγαλοπολίτη ήταν για τους ανθρώπους πολύτιμη αλλά για τους Αρκάδες αναγκαία. Μ’ αυτή μετρίαζαν το τραχύ και αυθαίρετο της φύσης τους. Η μεγαλύτερη μουσική αυθεντία της Αρχαιότητας ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος, που έζησε τον 4ο αι. π.Χ. και ήταν ο συγγραφέας του αρχαιότερου σωζόμενου μουσικού εγχειριδίου, έζησε πολλά χρόνια στη Μαντίνεια πριν γίνει δεκτός στη σχολή του Αροστοτέλη.

Μεταξύ των μαθητών ενός από τους μεγαλύτερους γλύπτες της αρχαιότητας του Πολυκλείτου αναφέρονται και δύο Αρκάδες, ο Δαμέας και ο Αθηνόδωρος.

Μνημειώδης ήταν η έφεσή τους στο χορό. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι κατά την εκστρατεία του Κύρου εναντίον του Αρταξέρξη, στη γιορτή που οργανώθηκε από τους δέκα χιλιάδες Έλληνες μισθοφόρους (τους μυρίους) προς τιμήν των Παφλαγονίων, ελληνικού φύλου της Μ.Ασίας, οι Μαντινείς κατέπληξαν τους πάντες και τον ίδιο τον Κύρο με τον ένοπλο χορό τους.

Η συμβολή των Αρκάδων στον πολιτισμό και ο αγώνας τους να διατηρήσουν την ταυτότητα και τις αρχές τους πρόβαλε την Αρκαδία στον αρχαίο κόσμο σαν κιβωτό αξιών και χώρο ηθικής και πνευματικής  αναβάπτισης. Το αρκαδικό ιδεώδες που κάποτε ενέπνευσε την ανθρωπότητα βρίσκεται σε αντίθεση με τη σημερινή παρακμή του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού των δήθεν πολιτισμένων κοινωνιών του παρόντος, που θα πρέπει να ανακαλύψουν τη διέξοδο από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα στις πατροπαράδοτες αξίες του ελληνικού πολιτισμού.

English version

General Conclusions

According to the definition of the Greeks as a branch of a single Indo-European tribe it should be mentioned that the term Indo-European is purely conventional and has no historical foundation. It refers solely to the comparison of languages with shared features in order to determine the origins of their speakers.

The well-known theory of mass migrations by the speakers of the Indo-European language is completely insubstantial. It was based on linguistic similarities between possibly autochthonous peoples who dwelt in a vast area that covered a large part of Eastern Europe and Asia.

The arrival of the Greeks in the form of a mass influx of migrants, which was conventionally dated initially to 2100 BC or to 1900 BC and later to 1600 BC, may in fact never have taken place.

The Greek tribes known from the Mycenaean period (2nd half of the 2nd millennium BC) are the Abantes, Athamanians, Ainianians, Aeolians, Aetolians, Arcadians, Arktanes, Achaeans, Boeotians, Graioi, Dolopians, Dorians, Epeians, Thesprotians, Thessalians, Ionians, Kephallenians, Kouretes, Lapiths, Lokrians, Macedonians, Magnetans, Minyans, Molossians, Myrmidons, Perrhaibians, Pierians, Phthians, Phlegyans and Phokians.

According to the evidence of the Linear B all the Greek dialects of historical times were the result of the differentiation from these two prehistoric dialects, Southern Greek (Arcadian -Cypriot) and Northern Greek (Doric). Ionic and Aeolian made their appearance later, after the end of the Bronze Age that is, after 1200 BC.

It is generally accepted that Mycenaean language of Linear B tablets represents an early state of Arcadian-Cypriot language, that should be the dominant dialect in the Bronze Age Peloponnese.

The presence of the Arcadians at the center of the Peloponnese in Mycenean times is attested by the Arcadian-Cypriot language, the boundaries of which were wider than the central Peloponnese and extended to the Argolid, Laconia, Messenia and Triphylia, regions that were occupied by Achaeans. M.Ventris, the decipherer of Linear B, considered that the Arcadian-Cypriot dialect of historical times was closer to the official language of the Mycenaeans (Achaeans). The same conclusion was suggested by E.Risch’s investigation, according to which the Mycenaean language survived in Arcadia and Cyprus after the Mycenaean period.

In the ancient historians, the term Arcadia refers not to a geographical unit but to a specific ethnic group that formed a branch of the Greek nation.

The branches of the Arcadians referred as autochthonous Pre-greeks (Pelasgians) that settled in the prehistoric Peloponnese, were the Azanians, the Parrhasians, the Kaukonians, the Kynourians and the Aimones. In historical times the Arcadians were divided into the following ethnic groups, which were called ethne׃ the Eutressians, the Cynourians, the Mainalians, the Parrhasians, the Azanians and the Kaukonians.

In Greek mythology, especially in the myths relating to the birth of the gods, Arcadia is represented as the birthplace of many deities, and the activities of mythical heroes such as Hercules, Atlas and even Prometheus are located within its borders.

Despite the theories that have been advanced on the origins of the Arcadians, on the conscience of the ancient greek world they were autochthonous and older than the moon (proselenoi), that is they settled in their land before there was a moon.

Important evidence for the Arcadians is preserved by the most eminent of the Greek historians (Herodotus, Strabo, Dionysios of Alikarnassos, and Pausanias).

Many ancient authors mention movements of the Arcadians in Greece, the Near East and the wider Mediterranean area, from prehistoric times down to Late Antiquity. These numerous references, in combination with mythology and the local Arcadian onomatology, point to the existence of a historical nucleus relating the diaspora of the Arcadians, which probably does not belong solely to the sphere of myth. According to the ancient Greek literary sources, the Arcadian colonization spread over a wide radius in the Mediterranean, and there are references to migrations from the time of the founding father Arkas. The populous tribe of the Arcadians, especially vital and warlike, could not be confined to its barren homeland, but was obliged constantly to seek a better life in other territories , or to make its armies  available or strengthen the military forces of ancient times with mercenaries.

According to ancient authors the arcadian waves of migration moved primarily to the Aegean, the Ionian Islands, Italy, Sicily, Cyprus, Pontus and the Near East. In Book XX of the Iliad Homer says that the Trojan aristocracy and part of the people were descended from Arcadians, including Hector, Anchises the father of Aeneas and of course, Aeneas himself. When Aeneas fled from Troy with his father, he visited Arcadia, where he founded the city of Kaphyai in memory of his grandfather Kaphyeus. After the death of his father, he moved on to Italy.

According to Herodotus the Bithynians of Asia Minor were Arcadians. Pausanias, Ptolemy, Strabo and Pliny all mention a colony of Mantineans named Bithynion, which was built on the banks of the river Sangarios in Bithynia. This accounts for the fact that in Roman times great honour was paid in Arcadia to the emperor Hadrian’s favourite, Antinoos, who was regarded as a homogeneous because he came from Bithynia, which had been founded by Mantineans.

The king of Tegea Agapenor, who participated in the Trojan War as the leader of the Arcadians, after the capture of Troy, he sought refuge on Cyprus, where he founded the settlement of Paphos and the sanctuary of Aphrodite Paphia. Contacts between Arcadia and Cyprus are attested mainly by many Arcadian place-names and by the Arcadian-cypriot dialect, the earliest greek language written in the Mycenaean tablets of linear B script.

What gave the Arcadians a reputation in the ancient world as a people of diaspora  was their migrations to Italy and the foundation of Rome, before Romulus and Remus. Evandros from Pallantion son of Echemos, the King of Arcadia, is recorded as the founder of Rome. According to Strabo, Evandros named one of the hills of Rome Palatinus, after his birthplace. According to Plutarch the legend of the she-wolf that suckled Romulus and Remus, too, is an imitation of an Arcadian legend relating to the twin sons of god Ares and the Nymph Philonome. These twins, who were being raised by a she-wolf, were found by an Arcadian shepherd called Telephos, who named them Lykasos and Parrhasios. Another proof of the roman belief that they were descended from the Arcadians is provided by the fact that in the 2nd cent. AD the Roman emperor Antoninus Pius visited Pallantion in Arcadia, declared the little township to a city, and granted its inhabitants freedom and exemption from all taxation.

The respect of the Arcadians for the divine was well known. They preserved the primeval prehistoric cults of the Greeks and also considered their homeland as the birthplace of most of the gods in the Olympic pantheon. They had great respect for the laws, and were therefore known as the guardians of justice.

They led an austere way of life, shunning luxury and pleasure. They ate together with their slaves even at the banquets.

Philopoemen of Megalopolis the leader of the Achaean Confederacy, was a typical Arcadian personality of the 2nd c.BC. Alongside his highly active career, he worked on his farm as an ordinary farmer, and his treatment of everyone was characterized by simplicity, friendliness and a democratic spirit.

In the 7th cent. BC, when all greek cities were ruled by oligarchies, as soon as it became known that the Arcadian king Aristocrates was bribed, the Arcadians stoned him to death, abolished the monarchy, and became the first of all the Greeks to institute democracy.

They were in great demand as mercenaries and were distinguished by their daring, courage and endurance to the hardships of war. Xenophon states “neither night, nor winter, nor length of journey, nor difficult mountains would prevent them”. Homer calls them anchimachetai, that is good at hand to hand fighters. According to the historian Ephoros, the Mantineans invented the military uniform, which was called “Mantinean armour”.

In all their expansionist activities, the Spartans were confronted by the Arcadians, who were allies of the Messenians and offered refuge to the persecuteds. Amongst these were the helots, and the king of the Messenians Aristomenes, after he had been taken captive by the Spartans.

In the wars against the Persians, the Arcadians fought alongside the other Greeks. Two thousand fought at Thermopylai in 480 BC and marched rapidly to the Isthmus after the battle, in order to prevent the Persian army from entering the Peloponnese. Five thousand Arcadians took part in the battle of Plataia, when the Greeks under the command of Pausanias, the king of Sparta, dealt the coup de grace to the Persian army.

Their proclivity for the arts, literature, and especially philosophy, was legendary. In the sphere of philosophy one of the greatest schools in ancient times was at Mantinea. There is evidence that Socrates studied there, and it is said in Plato’s Symposium that a great influence was exercised on him by the teaching of Diotima. This great philosopher was priestess and prophetess in the sanctuary of Zeus at Mantinea.

Music and athletics formed the foundations of Arcadian education. Polybius tells us that music was precious to human beings in general, but was necessary to the Arcadians, since it moderated their wild, impulsive nature. The greatest authority on music in the ancient world, Aristoxenos of Taras, who lived in the 4th cent.BC and wrote the earliest preserved manual of music, resided for many years in Mantinea before being accepted into the school of Aristotle.

Amongst the pupils of Polykleitos one of the greatest sculptors of ancient times, are included two Arcadian bronze-sculptors, Dameas and Athenodoros.

The Arcadians also had a legendary aptitude for dancing. Xenophon states that during Cyrus’s campaign against Artaxerxes, a festival was organized by the ten thousand greek warriors (myrioi) in honour of the Paphlagonians, greek tribe of Asia Minor, at which the Mantineans astonished everyone, including Cyrus himself, with their armed dance.

The contribution made by the Arcadians to Greek civilization and their struggle to preserve their principles made Arcadia an arc of values in the ancient world, and a place of moral and spiritual regeneration.

The Arcadian ideal, that once inspired mankind, contrasts with the present decadence of the consumerism and hedonism of modern so-called civilized societies, who should discover a way out of the dark reality of nowadays, to the traditional values of the greek civilization.

===================================================================

Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο "Arcadians - Αρκάδες" της κυρίας Βλασσοπούλου Καρύδη, μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα της απ' όπου και μπορείτε να έλθετε σε επαφή μαζί της.

 

Arcadians
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

 
© 2017 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.