WELCOME

“Στα πλοία εμπειροπόλεμοι Αρκάδες αρμενίζαν,
σ' αυτά που έδωσε σ' αυτούς ο άρχων Αγαμέμνων,
καράβια καλοτάξιδα, που σχίζανε το κύμα “

‘Ομηρος Ιλ. 611-613. 

Βιβλιοθήκη Δημητσάνας - Οθωμανικά Αρχεία (Ελληνική γλώσσα) Print

Δημοσιεύουμε τα είκοσι (20) Οθωμανικά Αρχεία από τη Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας, μεταφρασμένα στα Ελληνικά για πρώτη φορά. Τα παραδώσαμε επίσης στην Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών και στον πρόεδρό της κ. Τάσο Γριτσόπουλο, κορυφαίο ιστορικό και ειδικό Πελοποννησιολόγο.
Καλύπτουν 3 αιώνες, από το 1601 μ.χ μέχρι και το 1815 μχ, παραμονές της Επανάστασης του 1821.
Παρουσιάζουν εκπληκτικό ενδιαφέρον και μας δείχνουν ξεκάθαρα τις συνθήκες ζωής της εποχής. Από τα είκοσι αυτά έγγραφα, τα δύο είναι σουλτανικά φιρμάνια. Τα έχουμε στην Ελληνική και Τούρκικη γλώσσα και όπως προβλεπόταν, εκδόθηκαν  στον 4ο τόμο των «Γορτυνιακών» που ήδη κυκλοφορεί, σε έκδοση της Βιβλιοθήκης της Δημητσάνας.
Την σπουδαία αυτή εργασία, ανέλαβε και επιμελήθηκε ο αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας
Levent Kayapinar, που είναι συνέχεια των δύο προηγούμενων εισηγήσεων του στο Α’ Αρκαδικό Διαδικτυακό Συνέδριο.


Τα Οθωμανικά έγγραφα της Βιβλιοθήκης της Δημητσάνας


Αναπλ. καθ. Λεβέντ Καγιάπιναρ
Επίκουρη καθ. Αϊσέ Καγιάπιναρ
      
       Η παρούσα μελέτη απαρτίζεται από τέσσερις κύριες ενότητες. Η πρώτη ενότητα αποτελείται από την χρονολόγηση των εγγράφων που υπάρχουν στην βιβλιοθήκη της Δημητσάνας, την αναφορά στις αρχές που τις συντάξανε, παρουσίαση του είδους των εγγράφων και των υπότιτλων που παραπέμπουν στο περιεχόμενο των εγγράφων. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από την μεταγραφή των 20 συνολικά εγγράφων, η τρίτη ενότητα αποτελείται από την μετάφραση στα ελληνικά των εγγράφων αυτών και η τέταρτη και η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει τα αντίγραφα των εγγράφων (orijinal faksimili ).

Ι. Η παρουσίαση των οθωμανικών εγγράφων της βιβλιοθήκης της Δημητσάνας και τα χαρακτηριστικά τους.
Α. Η χρονολόγηση των εγγράφων και οι μέθοδοι που ακολουθούνται στον προσδιορισμό της χρονολογίας
 
       Τα είκοσι έγγραφα που διαθέτουμε έχουν γραφτεί το χρονικό διάστημα από τις 6 Μουχαρρέμ του 1010 εγίρας (7 Ιουλίου 1601 μΧ.) ώς τις 15 Μουχαρρέμ 1231 εγίρας (17 Δεκεμβρίου 1815 μ.Χ.). Συνεπώς καλύπτουν ένα διάστημα 215 ετών. Αν το δούμε κατά αιώνες, τα έγγραφα ανήκουν στον 17ο τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα. Από αυτήν την άποψη τα έγγραφα αυτά καλύπτουν την πρώτη οθωμανική κυριαρχία στον Μοριά και την δεύτερη που άρχισε αμέσως μετά την κυριαρχία των Βενετών που διήρκησε από 1695 ως το 1715.
       Ο 17ος και 18ος αιώνας στους οποίους ανήκουν τα έγγραφα αυτά είναι οι λιγότερο γνωστοί αιώνες της οθωμανικής ιστορίας. Επίσης το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά ανήκουν στον Μοριά που είναι μια από τις περιοχές που έχασε πολύ νωρίς η οθωμανική αυτοκρατορία ενισχύει ακόμα περισσότερο την σπουδαιότητα των εγγράφων αυτών. Επίσης αυτά δίνουν απάντηση σε πολλά δύσκολα ερωτήματα που μας απασχολούν αναφορικά με τους ελάχιστα γνωστούς αυτούς στην οθωμανική ιστορία αιώνες.
       Τα έγγραφα αυτά απαριθμήθηκαν από μέρους μας από το ένα ώς το είκοσι με βάση την χρονολογική σειρά που συντάχτηκαν. Τα πρώτα έξι έγγραφα ανήκουν στον 17ο αιώνα. Το πρώτο φέρει ημερομηνία 6 Μουχαρρέμ 1010 (7 Ιουλίου 1601 μ.Χ.), το δεύτερο το τελευταίο δεκαήμερο του Ραμαζανιού έτους 1040 (22 Απριλίου- 2 Μαΐου 1631 μΧ.), το τρίτο το έτος 1041 (30. 07.1631/ 18.07.1632), το τέταρτο τελευταίο δεκαήμερο του Ζιλχιτζέ έτους 1072 (6-15 Αυγούστου 1662 μ.Χ.), το πέμπτο το έτος 1086 (28.03.1675/ 15.03.1676 μ.Χ.) και το έκτο και τελευταίο έγγραφο που ανήκει στον 17ο αιώνα συντάχτηκε την τελευταία μέρα του έτους 1087 (05. 03.1677 μ.Χ.). Αυτά τα έξι έγγραφα που ανήκουν στον 17ο αιώνα αποτελούν το 30% των εγγράφων που διαθέτουμε. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν έγγραφα για το τελευταίο τέταρτο του 17ου αιώνα εξηγείται με την έναρξη του βενετο-οθωμανικού πολέμου και με την παραμονή όλης της επικράτειας του Μοριά στην κυριαρχία της Βενετίας από την ήττα το 1683 της δεύτερης πολιορκίας της Βιέννης μέχρι το 1715.
       Για τον παραπάνω λόγο τα έγγραφα που ανήκουν στον 18ο αιώνα ξεκινάνε από το 1721. Τα δύο έγγραφα που τα αριθμήσαμε ως 7 και 8 και τα οποία φέρουν ημερομηνία 10 Τζεμαζιελαχίρ του 1133 (8 Απριλίου 1721 μ.Χ.) είναι τα πρώτα έγγραφα που ανήκουν στον 18ο αιώνα. Στο έγγραφο με αριθμό 9 δεν υπάρχει ένδειξη χρονολογίας όμως το γεγονός ότι έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα με τα έγγραφα 7 και 8 και το ότι έχουν συνταχτεί και τα τρία έγγραφα από τον καδή της Καρύταινας τον Αλή και επειδή έχει ιεροδικαστική θεματολογία μπορούμε να υποθέσουμε ότι και αυτό το έγγραφο έχει συνταχτεί τον ίδιο χρόνο δηλαδή το 1721. Το έγγραφο με αριθμό 9 φέρει ως ημερομηνία το 1141 (07.08.1728/ 26.07.1729 μ.Χ.). Ομως το γεγονός ότι Ιμπραχήμ Αγά που συνέταξε αυτό το έγγραφο έχει συντάξει και το έγγραφο 3 που έχει ως ένδειξη χρονολογίας το 1041 και το ότι ο γραφικός χαρακτήρας και των δύο εγγράφων είναι παρόμοιος μας δίνει την εντύπωση ότι το έγγραφο αυτό γράφτηκε όχι το 1141 αλλά το 1041 αλλά κατά το γράψιμο η ημερομηνία καταχωρήθηκε ως 1141. Παρόλα αυτά λάβαμε υπόψη την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο ας είναι λαθεμένη και κρίναμε σκόπιμο να το περιλάβουμε μεταξύ των εγγράφων του 18ου αιώνα και όχι του 17ου. Το έγγραφο 11 φέρει την ημερομηνία 28 Σαμπάν 1141 (29 Μαρτίου 1729 μ.Χ.), το έγγραφο 12 έχει την ένδειξη του 12 Σεββάλ 1169 (10 Ιουλίου 1756 μΧ.), το έγγραφο 13 φέρει την ημερομηνία 15 Σαφέρ 1175 (15 Σεπρεμβρίου 1761 μ.Χ.), το έγγραφο 14 έχει ως ένδειξη τις 7 Σεφέρ 1176 (28 Αυγούστου 1762 μ.Χ), το έγγραφο 15 τις 7 Μουχαρρέμ του 1210 (24 Ιουλίου 1795 μ.Χ), το έγγραφο 16 τις 18 του Τζεμαζιελαχίρ του 1211 (19 Δεκεμβρίου 1796 μΧ.). Ετσι βλέπουμε ότι δέκα στον αριθμό έγγραφα ανήκουν στον 18ο  αιώνα και αποτελούν το 50% των είκοσι εγγράφων.
       Υπάρχουν πέντε έγγραφα που ανήκουν στα πρώτα 15 χρόνια του 19ου αιώνα. Από αυτά το έγγραφο 17 φέρει την ημερομηνία 25 Ραμαζάνι 1215 (9 Φεβρουαρίου 1801 μΧ.), το έγγραφο 18 φέρει την ημερομηνία 7 Ζιλκαδέ του 1217 (1 Μαρτίου 1803), έγγραφο 19 τις 5 Ρεμπιούλ-αχίρ, έτους 1218 (25 Ιουλίου 1803 μΧ.) το 20 και το τελευταίο έγγραφο έχει ως ένδειξη χρονολογίας τις 15 Μουχαρρέμ1231 (17.Δεκεμβρίου 1815 μΧ.). Η αναλογία των εγγράφων του 19ο αιώνα προς το σύνολο των εγγράφων είναι το 20%.
       Αν ταξινομήσουμε τα έγγραφα ανάλογα με τα χρόνια βασιλείας των Οθωμανών σουλτάνων βλέπουμε ότι το πρώτο έγγραφο ανήκει στην εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ Γ’, τα έγγραφα δύο και τρία στην εποχή του Μουράτ Δ’, τα έγγραφα τέσσερα, πέντε και έξι στην εποχή του σουλτάνου Μεχμέτ Δ’, τα έγγραφα επτά, οχτώ, εννιά, δέκα και έντεκα στην εποχή του Αχμέτ Γ’, το έγγραφο τρία στην εποχή του Οσμάν Γ’, τα έγγραφα δεκατρία και δεκατέσσερα στην εποχή του Μουσταφά Γ’, τα έγγραφα δεκαπέντε, δεκαεπτά, δεκαοχτώ και δεκαεννιά στην εποχή του σουλτάνου Σελίμ Γ’ και τέλος το έγγραφο είκοσι ανήκει στην εποχή του Μαχμούτ Β’.
       Σε ότι αφορά την μέθοδο της χρονολόγησης παρατηρούμε ότι στα έγγραφα που διαθέτουμε χρησιμοποιήθηκαν τεχνοτροπίες που διαφέρουν μεταξύ τους. Το πρώτο είναι η παράθεση της ημερομηνίας σύνταξης του εγγράφου ως ημέρα, μήνα και έτος με γράμματα στα αραβικά χωρίς την χρήση αριθμών “el- yevm’ü-s samin aşere min şehr-i cemazü’l-ahire li senete ahadi aşer ve mieteyn ve elf”. Αυτήν την μέθοδο χρονολόγησης την βλέπουμε στα έγγραφα 2, 4, 13, 16, 17, 18 και 20. Επίσης μεταξύ αυτών στα έγγραφα 2 και 4 η ένδειξη της ημέρας δεν παρατίθεται με ακρίβεια αλλά χρησιμοποιήθηκε η έκφραση evhair που υποδηλώνει το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα δηλαδή από τις 20 ως τις 30 του μηνός. Στην δεύτερη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε η ημέρα και το έτος γράφεται με αριθμούς ενώ ο μήνας γράφεται με το όνομά του όπως βλέπουμε στο παράδειγμα που ακολουθεί. “10 şehr-i cumaziye’l ahir sene 1133” .Παραδείγματα αυτής αποτελούν τα έγγραφα 7, 8 και 12.  Στο τρίτο στιλ χρονολόγησης η ημέρα και το έτος παρατίθενται με αριθμούς ενώ για τον μήνα έγινε χρήση του πρώτου γράμματος του μήνα, για παράδειγμα “ 28 Ş(Şaban) sene 1141” Σ’αυτά τα έγγραφα ο μήνας Σαμπάν δηλώνετε με το “Ş” , ο μήνας Μουχαρρέμ με το “M”, και ενώ για τον μήνα Ρεμπιουλαχίρ χρησιμοποιήθηκε το “R”. Στην τέταρτη μέθοδο χρονολόγησης μόνο για το έτος έγινε χρήση αριθμών ενώ για ημέρα και μήνα δεν υπήρχε καμία ένδειξη. Παράδειγμα αυτής αποτελούν τα έγγραφα 5, 6 και 10. Τέλος σε ότι αφορά το στιλ χρονολόγησης συναντάμε και δύο ενδιαφέροντα παραδείγματα. Το ένα αποτελεί το έγγραφο 3 όπου η ημερομηνία παρατίθεται με γράμματα στα τουρκικά και στην συνέχεια με αριθμούς. Το τελευταίο παράδειγμα το παρατηρούμε στο έγγραφο 1. Εδώ ο μήνας παρατίθεται με συντομογραφία, ενώ η ημέρα και το έτος παρατίθεται με γράμματα και κάπως κρυπτογραφημένα (divan rakamları )

Β- Οι αρχές που συντάξανε τα έγγραφα.
       Από τα έγγραφα που διαθέτουμε ορισμένα έχουν συνταχτεί στην Πόλη όπου βρίσκεται και η κεντρική οθωμανική οργάνωση ενώ ορισμένα έχουν συνταχτεί από τους σπαχήδες που εκμεταλλεύονται τιμάρια στην Καρύταινα. Από αυτή την άποψη τα έγγραφα αυτά είναι ενδιαφέροντα με την έννοια ότι βοηθάνε στην κατανόηση των σχέσεων του κέντρου –επαρχίας. Τα έγγραφα που έχουν συνταχτεί στην επικράτεια από αξιωματούχους που κατείχαν κάποια θέση μέσα στο οθωμανικό τιμαριώτικο σύστημα είναι με την σειρά τους τα παρακάτω: Το έγγραφο 3 που συνέταξε ο Ιμπραχήμ Μπέι που ήταν υπεύθυνος για το χωριό Ατσίχολο και κατείχε ζιαμέτ. Έγγραφα 3 και 10 που τα συνέταξε ο Ιμπραχήμ Αγά που εκμεταλλευόταν τιμάρι στο χωριό Ατσίχολο. Τα έγγραφα 5 και 6 που τα συνέταξε ο Ιλιγιάς που εκμεταλλευόταν και αυτός ένα τιμάρι στο ίδιο χωριό. Το έγγραφο 11 που συνέταξαν ο Μουσταφά Σιπαχή και ο Οσμάν Καπτανζαντέ οι οποίο ήταν φοροεισπράχτορες και κατείχαν την αρμοδιότητα της εκμίσθωσης των φόρων στο Μπαρδάκι. Το έγγραφο 12 που συνέταξε ο Σεγίτ Σουλεϊμάν ο διαμένων στην Καρύταινα επίτροπος του βακουφιού του Μπεσίρ Αγά του αξιωματούχου υπεύθυνου για τα ανάκτορα στην Πόλη . Το έγγραφο 14 που συνέταξε ο κάτοχος του τιμαριού του Ατσίχολου ο Αλή Σιπαχιζαντέ και τα έγγραφα 15 και 19 που συνέταξε ο Ιμπραχήμ Σιπαχιζαντέ ο οποίος εκμεταλλευόταν τιμάρι στον Ατσίχολο. Αυτού του είδους έγγραφα αποτελούν το 50% των εγγράφων που διαθέτουμε.
       Η δεύτερη ομάδα εγγράφων που έχουν συνταχτεί από τους τοπικούς διοικητές της Καρύταινας είναι εκείνα που γράφτηκαν από τους ιεροδικαστές και τους και τους αναπληρωτές τους. Αυτά είναι με την σειρά τους το έγγραφο 4 που συντάχτηκε από τον καδή της Καρύταινας τον Μεχμέτ, τα έγγραφα 7, 8, 9 που συντάχτηκαν από τον καδή της Καρύταινας τον Αλή, το έγγραφο 13 που γράφτηκε από τον καδή της Καρύταινας τον Χαλίλ, το έγγραφο 16 που γράφτηκε από τον αναπληρωτή της Καρύταινας τον Εμπού Μπεκίρ, το έγγραφο 17 που συντάχτηκε από τον αναπληρωτή της Καλαμάτας τον Χαφούζ Αλή Χουλουσί και το έγγραφο 19 που επικυρώθηκε από τον αναπληρωτή της Καρύταινας τον Δερβίς Μεχμέτ. Αυτά τα έγγραφα αποτελούν το 35% των εγγράφων που διαθέτουμε. Τα υπόλοιπα τρία έγγραφα έχουν συνταχτεί στην Πόλη. Από αυτά το έγγραφο με τον αριθμό 1 που έχει συνταχτεί από τον Μουχίμπ Χασάν (Sadaret kethüdası) τον υπεύθυνο για τις υποθέσεις του μεγάλου βεζίρη. Τα τελευταία δύο έγγραφα το 18 και 20 είναι φιρμάνια  και έχουν εκδοθεί από τους σουλτάνους Σελίμ Γ’ και Μαχμούτ Β’ και αυτά αποτελούν το 15 % των εγγράφων που διαθέτουμε.

Γ- Τα είδη των εγγράφων
       Την πλειονότητα των εγγράφων που διαθέτουμε αποτελούν τίτλοι ιδιοκτησίας που έχουν εκχωρηθεί από τους αρμόδιους φορείς με σκοπό την απόκτηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης της γης. Αυτοί οι τίτλοι ιδιοκτησίας έχουν συνταχτεί περισσότερο για ιδιοκτησίες που αλλάζουν χέρι περισσότερο με την πώληση. Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μείνουν οι αγροί ανεκμετάλλευτοι υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας που συντάσσονται για να παραχωρηθεί η γη σε καινούριους καλλιεργητές στην θέση εκείνων που ενώ έχουν το δικαίωμα της εκμετάλλευσης αποβιώνουν χωρίς κληρονόμους. Παράλληλα συντάχτηκαν και τίτλοι ιδιοκτησίας για πρώτη φορά για εδάφη που πρωτύτερα ήταν χέρσα και συμπεριλήφθηκαν στο τιμαριωτικό σύστημα. Έγγραφα που θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε ως τίτλους ιδιοκτησίας είναι το 2, 3, 5, 6, 10, 11, 12, 14 και 15. Αυτά τα έγγραφα εκχωρήθηκαν στους ενδιαφερόμενους με διάφορες ονομασίες όπως tapu temessükü, tezkire και izinname.
      
Τις περισσότερες φορές βλέπουμε τίτλους ιδιοκτησίας που αποκτούνται μέσω πώλησης ή κατόπιν κάποιας διένεξης ή ύστερα από ανανέωση και στη συνέχεια επικυρώνονται από τον καδή ή ακόμα βλέπουμε τα έγγραφα που μαρτυρούν το αποτέλεσμα των δικαστικών διαφορών. Τέτοια έγγραφα που φέρουν επικύρωση του καδή, στην επιστήμη της οθωμανικής γραφής  (Osmanlı diplomatikası) τα ονομάζουν χοτζέτι (σημ. ιεροδικαστικά έγγραφα). Τα έγγραφα τα οποία θα μπορούσαν να ονομαστούν χοτζέτι είναι το 4, το 13, το 16, 17 και το 19. Από αυτά το σύνολο τους ενώ έχουν επικυρωθεί από τον καδή της Καρύταινας ή τον αναπληρωτή του, μόνο το έγγραφο 17 έχει επικυρωθεί από τον αναπληρωτή της Καλαμάτας.
       Μεταξύ των εγγράφων που αποτελούν την τρίτη ομάδα βλέπουμε πάλι τα έγγραφα 7, 8 και 9 που έχουν συνταχτεί πάλι από τον καδή. Από αυτά τα πρώτα δύο αποτελούν έγγραφα σχετικά με την ακίνητη περιουσία του αποθανόντος που δείχνουν την αιτία θανάτου διανομή της κληρονομιάς μεταξύ των κληρονόμων, ενώ το έγγραφο 9 αποτελεί παράδειγμα μιας νομολογικής γνωμάτευσης που στην προκειμένη περίπτωση ο νομοδιδάσκαλος του Ισλάμ καλείται να αποφανθεί για το αν μια πράξη είναι σύμφωνη ή όχι με την θρησκεία. Τα τελευταία δύο έγγραφα είναι ένας ορισμός και ένα φιρμάνι. Η λέξη ορισμός (buyrultu) στο οθωμανικό κράτος χρησιμοποιείται για διαταγές που στέλνουν οι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί προς τους υφισταμένους τους. Το έγγραφο 1 αποτελεί έναν ορισμό που αποστέλλεται  από τον μεγάλο βεζίρη. Ενώ τα έγγραφα 18 και 20 είναι φιρμάνια. Ο όρος φιρμάνι χρησιμοποιείται για διαταγές που γράφονται δια στόματος του σουλτάνου και φέρουν την βούλα του (tuğra) με άλλα λόγια σημαίνει επιστολή του σουλτάνου. Στα έγγραφα μας συναντάμε τα φιρμάνια του Σελίμ Γ’ και του Μαχμούτ Β’.

Δ-Το περιεχόμενο των εγγράφων.
       Αν εξετάσουμε το περιεχόμενο των εγγράφων θα διαπιστωθεί ότι γενικά είναι  νομικά έγγραφα που αποσκοπούν στην κτήση ιδιοκτησίας. Παρατηρούμε ότι το δικαίωμα εκμετάλλευσης ενός ακινήτου μεταβιβάζεται επί πλείστον μέσω πώλησης. Ο λόγος είναι ότι στο οθωμανικό κράτος το μεγαλύτερο μέρος της γης ανήκει στο κράτος και κατονομάζεται ως μιρί. Σε καμιά περίπτωση ο τίτλος ιδιοκτησίας της γης που ανήκει στο δημόσιο δεν παραχωρείται εφόρου ζωής σ’ένα πρόσωπο. Εκείνος που αποκτά το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γης διατηρεί αυτό το δικαίωμα για όσο διάστημα καλλιεργεί την γη και καταβάλλει φόρο στον τιμαριούχο. Στην περίπτωση που αποβίωνε, αν το παιδί του επιθυμούσε να συνεχίσει να την καλλιεργεί τότε η προτεραιότητα ανήκε σ’αυτόν. Το κράτος στις περιοχές όπου εφάρμοζε το τιμαριωτικό σύστημα, παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των δημόσιων γαιών με την ονομασία του χας στον σουλτάνο, τον μεγάλο βεζίρη (sadrazam), τους βεζίρηδες, τον μπεϊλέρμπεϊ και στους άλλους ανώτατους αξιωματούχους χωρίς όμως να είναι αυτή η παραχώρηση εφόρου ζωής. Στους κρατικούς λειτουργούς που ανήκαν στην μεσαία κλίμακα όπως ο σούμπασης, τους παραχωρούνταν ζιαμέτ, ενώ στους χαμηλόβαθμους στρατιώτες του ιππικού (σπαχήδες) και στους υπαλλήλους που πρόσφεραν υπηρεσία στα ανάκτορα στην Πόλη, με την ονομασία τιμάρι, παραχωρούνταν το δικαίωμα εκμετάλλευσης ορισμένων χωριών και η αρμοδιότητα είσπραξης των φόρων. Αυτός που σε ένα οποιοδήποτε χωριό ανήκε στους ραγιάδες (reaya) ήταν υπόχρεος σε εκείνον τον τιμαριούχο που παραχωρήθηκε το χωριό τους. Όπως ο τιμαριούχος αποκτά το δικαίωμα εκμετάλλευσης του τιμαριού με τον όρο να διατηρεί το κράτος την ιδιοκτησία της γης, με τον ίδιο τρόπο αποκτά και ο χωρικός από τον τιμαριούχο το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γης που καλλιεργεί στο χωριό όπου μένει.
       Τα περισσότερα από τα έγγραφα που έχουμε μελετήσει μας δίνουν παραδείγματα για τον τρόπο απόκτησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης της γης. Ένας χωρικός μπορούσε να μεταβιβάσει σε κάποιον άλλο έναντι αμοιβής το δικαίωμα εκμετάλλευσης που κατείχε. Όμως αυτό μπορούσε να συμβεί μόνο με την άδεια του τιμαριούχου. Στην περίπτωση που αλλάζει εκείνος που επικαρπώνεται την γη, ο τιμαριούχος εισπράττει φόρο και από τον πωλητή και από τον αγοραστή  ο φόρος αυτός έχει διάφορες ονομασίες όπως resm-i tapu ή resm-i zemin και ως αντάλλαγμα έδινε στον αγοραστή τον τίτλο της ιδιοκτησίας που ονομαζόταν κατά περίπτωση izinname, tapuname, tezkire ή  tapu temessükü. Τα έγγραφα 2, 3,10, 12 αποτελούν παραδείγματα τέτοιων εγγράφων. Αυτοί οι τίτλοι ιδιοκτησίας συντάσσονταν σύμφωνα με μια εθιμοτυπία που ακολουθούνταν. Πρώτα γινόταν η εξακρίβωση των στοιχείων του πωλητή και στη συνέχεια του αγοραστή και κατόπιν προσδιορίζονταν τα σύνορα του αγρού που θα πουλιόταν και τονιζόταν ότι η πώληση γίνεται με συναίνεση, ότι το τίμημα έχει καταβληθεί στον πωλητή, ότι έχει εισπραχτεί ο φόρος τίτλου ιδιοκτησίας και πως έχει υπενθυμιστεί στον καινούριο αγοραστή (επικαρπωτή) ότι πρέπει να καταβάλλει στον τιμαριούχο τον  φόρο της δεκάτης που σχετίζεται με το ακίνητο και στη συνέχεια παραδιδόταν ο τίτλος ιδιοκτησίας στον αγοραστή από τον τιμαριούχο. Ο αγοραστής αν ήθελε να προσδώσει στον τίτλο ιδιοκτησίας περισσότερο κύρος και να κατοχυρωθεί νομικά ακόμα περισσότερο το πήγαινε στον καδή ή στον αναπληρωτή καδή της επαρχίας όπου υπαγόταν το χωριό του και  του το επικυρώνανε.  Τότε το έγγραφο έπαιρνε την ονομασία χοτζέτι. Αποτελούν τέτοια παραδείγματα τα έγγραφα 16, 17 και 19. Ο αγρός του ραγιά ο οποίος είχε αποκτήσει παλιότερα τίτλο ιδιοκτησίας αλλά έχει πεθάνει χωρίς να αφήσει κληρονόμους σύμφωνα με τον νόμο δεν αφηνόταν έτσι ακαλλιέργητο αλλά συντασσόταν καινούριος τίτλος στο όνομα  κάποιου άλλου. Για αυτήν την πράξη ο τιμαριούχος εισέπραττε πάλι τον φόρο του  τίτλου (tapu vergisi). Παρόμοια παραδείγματα αποτελούν τα έγγραφα 5 και 11.  Επίσης χέρσα εδάφη που δεν είχαν τίτλους ιδιοκτησίας και ήταν ακαλλιέργητα, αν υπήρχε ενδιαφέρον να μετατραπούν σε καλλιεργήσιμους αγρούς τότε πάλι με την έγκριση του τιμαριούχου που είχε την αρμοδιότητα για τις ακαλλιέργητες αυτές εκτάσεις υπήρχε δυνατότητα να εκχωρηθούν τίτλοι ιδιοκτησίας μετά από είσπραξη του φόρου σε εκείνους που επιθυμούν να μετατρέψουν αυτές τις εκτάσεις σε καλλιεργήσιμες. Μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται στο έγγραφο 9. Υπήρχε δυνατότητα επίσης να μεταβιβάσει κάποιος χωρίς να πουλήσει αλλά με την μορφή δωρεάς σε έναν άλλον  έναν αγρό είχε στην κατοχή του. Όμως και σ’ αυτήν την περίπτωση έπρεπε να καταβληθεί ο φόρος στον τιμαριούχο. Το έγγραφο 15 επιβεβαιώνει αυτήν την διαπίστωση. Στα έγγραφα που διαθέτουμε παρατηρούμε ότι συνήθως οι αγοραστές και οι πωλητές δεν είναι μουσουλμάνοι. Πάλι βλέπουμε ότι οι πωλητές είναι άνθρωποι που δεν έχουν κάποια ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι απλοί πολίτες, ενώ αξιοπρόσεχτο είναι το γεγονός ότι οι αγοραστές περισσότερο είναι κληρικοί που υπάγονται σε κάποιο μοναστήρι. Αυτό μπορούμε να το δούμε περίπου σε όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με πώληση. Δεν υπήρχε υποχρέωση οι πωλητές και οι αγοραστές να ανήκουν στην ίδια θρησκευτική κοινότητα.  Για παράδειγμα στο έγγραφο 6 ένας μουσουλμάνος, ο Μολλά Χουσεϊν τον αγρό του που βρισκόταν στο Βιδόνι και ήταν 10 στρέμματα το πούλησε έναντι τιμήματος 28 γροσίων, με δική του συγκατάθεση στον Παπά Κάτσο που ήταν μοναχός στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου και έμενε στο χωριό Στεμνίτσα.
       Υπάρχουν τρία έγγραφα άξια προσοχής που μοιάζουν στο περιεχόμενό και έχουν συνταχτεί το έτος 1721 από τον καδή της Καρύταινας τον Αλή. Στο έγγραφο 9 ερωτάται αν μπορούν να βοσκήσουν τα ζώα τους κάποιοι χωρίς να ζητήσουν άδεια, στον αγρό που βρίσκεται στην νόμιμη κατοχή και ιδιοκτησία ενός τρίτου και αν υπάρχει μια τέτοια απόπειρα ρωτάνε αν μπορούν να τους εμποδίσουν. Η απάντησε που δίνεται είναι σε μορφή φετβά που αποτελεί νομολογική γνωμάτευση σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο και αναφέρεται ότι οι θιγόμενοι μπορούν να τους εμποδίσουν. Τα δύο άλλα έγγραφα αποτελούν κληρονομητήρια που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο έχει γίνει η διανομή της κληρονομιάς μεταξύ των κληρονόμων του αποθανόντα. Tην κληρονομιά (tereke) εδώ με τα σημερινά δεδομένα μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε σαν κάτι παρόμοιο με την μεταβίβαση της κληρονομιάς και τον φόρο που εισπράττεται από την όλη διαδικασία. Αυτό το έγγραφο το συνέτασσε ο καδής και χωρίς το έγγραφο αυτό η κληρονομιά που μεταβιβαζόταν σε σας δεν είχε νομική εγκυρότητα.  Τα έγγραφα 7 και 8 αποτελούν παραδείγματα γι’ αυτήν την περίπτωση. Και τα δύο έγγραφα είναι ενδιαφέροντα.  Το ένα από αυτά ανήκει στην κυρία Τζοντόγια που ήταν όπως αναφέρεται χριστιανή από τους κατοίκους του χωριού Στεμνίτσα και το όνομα της αρχίζει με ένα γράμμα που δεν υπάρχει στην  ελληνική αλφάβητο το «J». Το δεύτερο έγγραφο ανήκει στον κάτοικο πάλι της Στεμνίτσας τον μη μουσουλμάνο Γιασίφ. Το μόνο που γνωρίζουμε για την θρησκεία του είναι ότι δεν ήταν μουσουλμάνος και συνεπώς δεν μπορούμε να καταλάβουμε σε ποια θρησκευτική κοινότητα ανήκει. Όμως είναι γνωστό ότι το όνομα αυτό χρησιμοποιείται πολύ μεταξύ των Εβραίων. Είναι γνωστό ότι τα κληρονομητήρια είναι πολύ σημαντικά και χρησιμοποιούνταν ως εγγυήσεις για την διεκπεραίωση υποθέσεων στις κρατικές υπηρεσίες και στην εξασφάλιση δημοπρασιών. Στην περίπτωση που δεν αποκτούσαν αυτό το έγγραφο εγκαίρως ή για κάποια μη νόμιμη δικαιολογία δεν το εξασφάλιζαν, αυτό αποτελούσε αιτία για παράπονα και αυτό αναφερόταν στην ανώτατη κρατική διοίκηση. Στο έγγραφο ένα βλέπουμε ότι συντάσσεται επιστολή προς την κυβέρνηση στην Πόλη με την οποία ζητείται να συνταχτεί κληρονομητήριο δηλαδή να εκδοθεί απόφαση του καδή για την κληρονομιά κάποιου Θανάση πού είχε αποβιώσει.
       Συναντάμε ακόμα δύο έγγραφα που έχουν κοινά χαρακτηριστικά σχετικά με το περιεχόμενό τους. Ενώ στα άλλα έγγραφα οι ενδιαφερόμενοι αφού συμφωνούσαν μεταξύ τους απευθύνονταν στον καδή ή στον τιμαριούχο για να τους επικυρώσει αυτήν την συμφωνία, όμως τα δύο αυτά έγγραφα δεν τίθεται θέμα συνεννόησης  και η διαφορά διευθετείται από τον καδή ή από τον αναπληρωτή του.  Στο έγγραφο 13 ο Γιάννης Γιαννόπουλος από τους κατοίκους του χωριού Ατσίχολου ισχυρίζεται ότι τον αγρό που είχε μέσα του κεραμοποιείο και ήταν στην εκμετάλλευση του πατέρα του όσο ζούσε, μετά τον θάνατο του και ενώ ο ίδιος βρισκόταν κάπου αλλού το ιδιοποιήθηκε ένας από τους μοναχούς της μονής του Αγίου Ιωάννου ο Νικηφόρος και ζητάει να αποδοθεί πάλι σ’αυτόν ο αγρός αυτός. Όμως ο μοναχός Νικηφόρος αρνήθηκε να το κάνει αυτό και ο καδής της Καρύταινας ρώτησε σε κατοίκους της περιοχής που είχαν κύρος και αξιοπιστία και σχημάτισε την εντύπωση πως ο αγρός που είχε αποτελέσει θέμα αντιδικίας ήταν αφιερωμένο στο φιλανθρωπικό ίδρυμα του μοναστηριού (σημ. μοναστηριακή περιουσία.).  Το δεύτερο παράδειγμα βρίσκεται στο έγγραφο 4. Ο επίτροπος της Μονής του Αγίου Ιωάννη ο Παναγιώτης Κασόλης αφού ήρθε στο δικαστήριο ισχυρίστηκε πως οι κάτοικοι του χωριού Ράφτη δανείστηκαν 45 γρόσια από το ίδρυμα της μονής (manastır vakfı) και επειδή στη συνέχεια δεν επέστρεψαν αυτά τα χρήματα στο μοναστήρι τους κατήγγειλε. Ενώ οι κάτοικοι του χωρίου απέρριψαν αυτόν τον ισχυρισμό. Όταν ζητήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία από τον Κασόλη αυτός ανέφερε ως μάρτυρα κάποιον από τους κατοίκους του χωριού που ονομαζόταν Κανέλος Βιτζέρας και αυτός επιβεβαίωσε τα όσα είπε ο Κασόλης. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή οι κάτοικοι του χωριού είπαν πως θα καταβάλουν τα χρήματα αυτά με τον όρο ότι οι μοναχοί θα ορκιστούν πως πράγματι δεν έχουν επιστραφεί (σημ. δεν έχουν ιδιοποιηθεί) τα χρήματα. Όταν από τους μοναχούς της ανωτέρω μονής ο Παπά Δανίλα ορκίστηκε στο όνομα του Θεού που απέστειλε το Ευαγγέλιο με τον Ιησού τον υιό της Μαρίας, τότε καταβλήθηκαν από τους χωρικούς τα 45 γρόσια στους επιτρόπους της μονής. Αυτό το περιστατικό καταχωρήθηκε από τον καδή της Καρύταινας.
       Τα δύο τελευταία έγγραφα το 18 και 20 που μοιάζουν στο περιεχόμενο είναι τα φιρμάνια. Στο έγγραφο 18 που ανήκει στην εποχή του Σελίμ του Γ’ μαθαίνουμε ότι από τους κατοίκους του χωριού Δημητσάνας το οποίο χωρίο συγκαταλεγόταν στα έσοδα των  βακουφίων του σουλτάνου Οσμάν Χαν στην Πόλη, ζήτησαν οι κοτζαμπάσηδες και ο βοεβόδας να πληρώσουν περισσότερους φόρους από εκείνους που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν. Μετά από την καταγγελία των κατοίκων της Δημητσάνας και του Οσμάν του τέως πρώτου υπασπιστή του σουλτάνου διεξάχθηκε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι οι κάτοικοι της Δημητσάνας είχαν δίκιο. Κατόπιν την πρώτη Μαρτίου του 1803 ο σουλτάνος Σελήμ ο Γ’ στέλνει φιρμάνι με αποδέκτες τον Διοικητή του Μοριά τον Βεζίρη Μεχμέτ Πασά, τον αναπληρωτή καδή της Καρύταινας και τον βοεβόδα της Καρύταινας και ζητάει να μην καταδυναστεύουν τον λαό απαιτώντας περισσότερους φόρους και με το φιρμάνι ζητάει να εμποδίσουν τα όσα καταγγέλλονται. Το δεύτερο φιρμάνι είναι στο έγγραφο 20. Εδώ βλέπουμε ότι ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β’ έχει εκδώσει φιρμάνι με το οποίο δίνεται η εντολή να μην αποτελέσουν αντικείμενο κληρονομιάς και συνεπώς να μην διανεμηθούν στα παιδιά και στους άλλους συγγενείς τους τα περιουσιακά στοιχεία των μοναχών και ειδικά όσα χρήματα μαζεύονται ως ελεημοσύνες αλλά να μείνουν στο θρησκευτικό ίδρυμα όπου υπηρετούσαν. Παρόλα αυτά μετά τον θάνατο του μοναχού Δανίς από την μονή των Αιμυαλών που βρισκόταν στην επαρχία της Καρύταινας βγήκαν οι κληρονόμοι του και διεκδίκησαν κληρονομικά δικαιώματα πάνω στην περιουσία που του μεταβιβάστηκε από τους γονείς του και στα χρήματα που είχε μαζέψει ως ελεημοσύνες. Ο Πατριάρχης στην Πόλη και οι μητροπολίτες υπέβαλαν αίτηση στον σουλτάνο και παραπονέθηκαν. Διεξάχθηκε έρευνα και έγινε γνωστό ότι ένα παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί στην νήσο Άνδρο στην μονή του Χράντου (Παναχράντου) και τότε ο καδηασκέρης της Ρούμελη (σημ.Rumeli kadıaskeri- ο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ήταν υπεύθυνος για τους ιεροδικαστές των ευρωπαϊκών εδαφών) είχε εκδώσει μια απόφαση-γνωμάτευση και τώρα ο σουλτάνος με αποδέκτη τον καδή της Καρύταινας εκδίδει ένα φιρμάνι σύμφωνη με τον παλιό του ορισμό και την ανωτέρω γνωμάτευση και ορίζει ότι γενικά για όλους του θρησκευτικούς λειτουργούς και στην προκείμενη περίπτωση στη μονή των Αιμυαλών οι κληρονόμοι του μοναχού Δανίς δεν είναι οι συγγενείς του αλλά το θρησκευτικό ίδρυμα όπου υπηρετούν.
       Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι τα έγγραφα αυτά που φυλάγονται στην βιβλιοθήκη της Δημητσάνας και ανήκουν στην πρώτη και δεύτερη οθωμανική κυριαρχία παρέχουν πολύ αξιόλογες και πρωτότυπες πληροφορίες για την ιστορία της περιοχής τα χρόνια 1601-1815. Νομίζω ότι οι ιστορικοί που ασχολούνται με την ιστορία της περιοχής χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που παρέχουν αυτά τα έγγραφα θα συγγράψουν πολλά καινούρια άρθρα.

*
Καθηγητές του τμήματος ιστορίας της Φυσικομαθηματικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Άμπαντ Ιζζέτ Μπαϊσάλ

Αυτό το άρθρο δεν θα μπορούσε να γραφτεί αν δεν ήταν ο Τάσος Γριτσόπουλος που είχε αναγνωρίσει την σημασία των δύο προηγούμενων άρθρων που αφορούσαν την περιοχή, αν δεν ήταν οι Γιώργος Θεοχάρης, Σταύρος Χριστόπουλος, Κώστας Κουντάνης, Γιώργος Θανόπουλος, Νίκος Παπαγεωργίου, Ιωάννης Φουσέκης, Τζώρτζης Αθανάσιος, Μαρία Κολοβού, Παναγιώτης Γιαννόπουλος, Ελένη Θανοπούλου, Δημήτρης Λαγός, Μαρία Καραμήτρου, Δέσποινα Τσαφαρά, Σοφία Σταμίρη και ο Ντίνος  Μαρίτσας που μας υποδέχτηκαν και μας φιλοξένησαν  τον Αύγουστο του 2006 κατά την επίσκεψη μας στην περιοχή της Αρκαδίας και οι Μανώλης Γδούντος και Γιώτα Θεοδώρου που μας φιλοξένησαν με μεγάλη μακροθυμία στα γραφεία τους και μας εμψυχώσανε με τις ιδέες τους, αν δεν ήταν ο φίλος μου και λάτρης της ιστορίας ο Βασίλης Αναστασόπουλος, ο Πάνος Βασιλείου που δεν επιφυλάχτηκε να προσφέρει ηθική υποστήριξη, ο φίλος μου ο Δημήτρης Κολλίντσας και τέλος ο καθηγητής μου και  συνάδελφός  και φίλος μου  Ηρακλής Μήλλας. Τους ευχαριστώ όλους έναν έναν.

Σεπτέμβριος 2007
Arcadians.gr
Copyrihgt Arcadians.gr

 
© 2021 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.