WELCOME

Κάπως έτσι προσπαθούσε να φέρει στα μέτρα του, τα πράγματα που τον περιβάλανε και ήτανε τόσα πολλά σαν δυό άνοιξες μαζί γεμάτες σεντούκια με μαβί ρούχα και δαντέλλες ολόγυρα πλεγμένες, μονάκριβες και λευκές όπως όλα στη πλάνη της λήθης.
Φ.Αθανασιάδου

 

 

 

 

Φ.Αθανασιάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φ.Αθανασιάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φ.Αθανασιάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

Οθωμανικά Αρχεία - Δημογραφική Σύνθεση της Δημητσάνας Print

Εισαγωγή
Το κάτωθι κείμενο του επίκουρου καθηγητή και προέδρου του τμήματος Ιστορίας Δρ. Λεβέντ Καγιάπιναρ (Levent Kayapınar), ο οποίος διδάσκει στο τμήμα ιστορίας του Πανεπιστημίου του Άμπαντ, Μπόλου Τουρκίας (Abant İzzet Baysal Üniversitesi, Fen-Edebiyat Fakültesi, Tarih Bölümü, Yeniçağ Tarihi Anabilim Dalı Başkanı, Bolu,
γράφτηκε ειδικά για το «Διαδικτυακό Αρκαδικό Συνέδριο». Η μετάφραση του κειμένου όπως και ορισμένες διευκρινιστικές σημειώσεις είναι του Ηρακλή Μήλλα (Δρ.) ο οποίος διδάσκει τουρκική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατοικεί και στη Δημητσάνα.
Ο Λ. Καγιάπιναρ στο κείμενο του επεξηγεί τις δυσκολίες ανάγνωσης των ελληνικών τοπωνυμιών λόγω της ιδιαιτερότητας της οθωμανικής γραφής  η οποία μεταξύ των άλλων δεν χρησιμοποιεί φωνήεντα. Στις περισσότερες φορές οι περιοχές αναγνωρίζονται από τους ελληνόφωνους αρκετά εύκολα. Κατά την ελληνική απόδοση του κειμένου δεν έγινε μια δεύτερη προσπάθεια ταυτοποίησης των περιοχών αλλά αναφέρονται με λατινικούς χαρακτήρες και όπως διαβάζονται από τον μελετητή βάσει των οθωμανικών κατάστιχων.
Η Πελοπόννησος αναφέρεται στα κατάστιχα ως Μοριάς
(Mora). Στη μετάφραση χρησιμοποιήθηκαν και οι δύο όροι. Στο παράρτημα που ακολουθεί παραθέτονται  τα σχετικά αρχεία σε μεταγραφή με λατινικούς χαρακτήρες. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναφερθούν στο αρχικό κείμενο του ερευνητή στα τουρκικά που παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την παρούσα μετάφραση.

Η Δημογραφική Δομή της Δημητσάνας  Σύμφωνα με τα Οθωμανικά Αρχεία
Επίκ. Καθηγητής Δρ. Λεβέντ Καγιάπιναρ
Υπάρχουν πολλές πηγές στα οθωμανικά αρχεία σχετικά με την ιστορία της Πελοποννήσου της οθωμανικής περιόδου. Πάντως το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αρχείων αναφέρονται στα πληθυσμιακά μεγάλα κέντρα ή σε πολιτικά και οικονομικά γεγονότα. Πληροφορίες για περιοχές όπως χωριά και κωμοπόλεις μπορούν να βρεθούν μόνο στα αρχεία που αποκαλούμε κατάστιχα (
Tapu Tahrir defterleri), εκτός αν αυτές οι περιοχές αποτελούν κατ εξαίρεση και εκτάκτως ένα σημαντικό μέρος της Οθωμανικής ιστορίας. Για τους μελετητές η ανάγνωση αυτών των αρχείων τα οποία είναι γραμμένα στα οθωμανικά δεν είναι καθόλου εύκολη. Και αυτό επειδή στα οθωμανικά γράφονται μόνο τα σύμφωνα και όχι και τα φωνήεντα. Γενικά έχει χρησιμοποιηθεί η γραφή η οποία ονομάζεται ‘tevki’ ή ‘siyakat’ όπου δεν αναφέρονται ούτε καν τα αναγκαία στίγματα. Η δυσκολία είναι ιδιαίτερα αισθητή όταν πρέπει να διαβαστεί ένα κύριο όνομα ή μια τοπωνυμία. Έτσι είναι αδύνατο για ένα μελετητή όπως εγώ που γράφω ένα άρθρο για τη Δημητσάνα από μια απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων να μην κάνει λάθη όταν μεταγράφει ονόματα. Αλλά η ιδέα ότι αυτό το άρθρο θα δημοσιευθεί στο διαδίκτυο με ενθαρρύνει. Και αυτό επειδή ελπίζω ότι κατά το διάστημα που το άρθρο θα εμφανίζεται στο διαδίκτυο τα άτομα των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στο άρθρο και αυτοί που είναι καλύτεροι γνώστες της τοπικής ιστορίας από μένα θα βοηθήσουν να γίνουν οι σχετικές διορθώσεις στα λάθη που πηγάζουν από τη μη καταγραφή των φωνηέντων.    

Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου παραθέτω τα κατάστιχα που σχετίζονται με την Πελοπόννησο και τα οποία είναι απαραίτητα για τη συγγραφή της ιστορίας όχι μόνο της Δημητσάνας αλλά και για οποιαδήποτε περιοχή της Πελοποννήσου γενικότερα, με την ελπίδα ότι θα φανούν χρήσιμα για τις περαιτέρω έρευνες. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου επεξηγούνται τα χαρακτηριστικά ενός κατάστιχου της Πελοποννήσου (του Μοριά), αναφέροντας το τι είναι ένα τέτοιο κατάστιχο, τι εμπεριέχει και τα χαρακτηριστικά του. Στο τρίτο μέρος  επεξηγείται η ιστορία της Δημητσάνας στην περίοδο 1461-1574. Στο παράρτημα ο αναγνώστης μπορεί να βρει μερικά από τα οθωμανικά αρχεία που αναφέρονται στην Δημητσάνα και την περιοχή της σε μεταγραφή με λατινικούς χαρακτήρες.

Πρώτο Μέρος
1-
Τα κατάστιχα ως ιστορικές πηγές της Δημητσάνας και της Πελοποννήσου της οθωμανικής περιόδου 
Οθωμανικά κατάστιχα της Πελοποννήσου

1) TT 10,
Περίοδος του Σουλτάνου Μεχμέτ του Πορθητή (1461). Εφορία (Maliye). Λεπτομερειακό κατάστιχο (tahrir defteri
) το οποίο εμπεριέχει οικονομικά μεγέθη διοικητικών περιοχών όπως των σαντζακιών, κοινοτήτων, χωριών κ.α. όπως και λεπτομέρειες σχετικά με τους κατοίκους και της φορολογίας που καθορίζεται με βάση τα εισοδήματά των. 
2) TT 80, Περίοδος του Σουλτάνου Σελίμ Α’(1512-1520), Εφορία (Maliye).  Λεπτομερειακό κατάστιχο το οποίο εμπεριέχει στοιχεία σχετικά με τους πληθυσμούς και τις εισπράξεις από τιμάρια, από δήμους, από τιμάρια των φρουρίων του Βιλαετιού της Πελοποννήσου όπως και τα συνοριακά περιθώρια του φρουρίου του Ναυπλίου και τους φόρους του μεταξιού που αντιστοιχούν στην περιοχή.
3) TT 114, H. 929 (1522)-938, Περίοδος: Σουλτάνου Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής. Στρατιωτικό (Askeriye). Κατάστιχο περιληπτικό για τα τιμάρια που ανήκουν στους φρουρούς των φρουρίων (όπου καταγράφονται τα ονόματα των τιμαριούχων και των περιοχών αλλά δεν περιέχουν τα ονόματα των κατοίκων αλλά μόνο περιληπτικά το συνολικό αριθμό του πληθυσμού και των φόρων που εισπράχτηκαν).  
4) TT 367, Περίοδος: Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1520-1566). Εσωτερικών (Dahiliye). Κατάστιχο των εξής σαντζακιών (liva): Karlıili (Στερεάς Ρούμελη), Tırhala, Eğriboz, Mora, Rodos, İşkodra, Dukakin, Ohri, Elbasan (τα τέσσερα τελευταία σαντζάκια σήμερα βρίσκονται μέσα στα σύνορα της Αλβανίας).
5) TT 390, Περίοδος: Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1520-1566). Κατάστιχο σχετικά με τα τιμάρια που ανήκουν στο Μοριά: Bal yab adra (Palaia Patra), Moton, Koron, Kalavrita, Korintos, Arhos (Argos), Hlumiç (Χλουμούτσι), Karitena, Mizistra (Mistra), Arkadya.
6) TT 446, Περίοδος: Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (1520-1566).  Εφορία (Maliye).  Λεπτομερειακό κατάστιχο του σαντζακιού του Μοριά όπου καταγράφονται οι πληθυσμοί των χωριών και των εσόδων όπως και των οπλισμών των φρουρίων των εξής περιοχών: Κorintos, Anapoli, Arhos, Karitena, Arkadya.
7) TT 509, H.979 (1571), Περίοδος του Σουλτάνου Σελήμ Β’(1566-1574). Κατάστιχο του σαντζακιού του Μοριά : Bal yab adra, Hlumiç, Moton, Kalavrita, Korintos, Anapoli, Karitena, Arhos, Arkadya.
8) TT 560, Περίοδος του Σουλτάνου Σελήμ Β’(1566-1574), Οικονομία, Βακούφια, Στρατιωτικό (Maliye, Evkaf, Askeriye). Λεπτομερειακό κατάστιχο το οποίο εμπεριέχει τους πληθυσμούς και τα έσοδα των εξής δήμων (kaza) του Μοριά: Karitena, Arhos, Mizistra, Arkadya, Kalamata, Muton, Koron, όπως και τα τιμάρια και τους εξοπλισμούς των εξής φρουρίων: Karitena, Arkadya, Koron
9) TT 565, Περίοδος του Σουλτάνου Σελήμ Β’ (1566-1574), Τιμάριο. Κατάστιχο του Μοριά όπου καταγράφονται τα φρουριακά τιμάρια των εξης περιοχών: Mizistra, Monemvasia, Koron, Kalamata.
10) TT 605, H. 991 (1583), Περίοδος του Σουλτάνου Μουράτ Γ’ (1574-1595), Οικονομία, Βακούφια (Maliye, Evkaf). Λεπτομερειακό κατάστιχο όπου καταγράφονται οι κωμοπόλεις, τα χωριά και τα έσοδα των εξής περιοχών του Μοριά: Korintos, Tripolis, Arhos, Anabolu, Karitena, όπως και το βακούφι του φρουρίου της  Καρύταινας.
11) TT 607, H. 991 (1583), Περίοδος του Σουλτάνου Μουράτ Γ’ (1574-1595), Οικονομία, Στρατιωτικό (Maliye, Askeriye). Σχετικά με τις νομικές διατάξεις του σαντζακιού του Μοριά και των πληθυσμών και εσόδων των σχετικών δήμων. 
12) TT 712, H. 1022 (1613). Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Α’(1603-1617). Οικονομία, Βακούφια, Στρατιωτικό (Maliye, Evkaf, Askeriye). Λεπτομερειακό κατάστιχο όπου καταγράφονται οι πληθυσμοί και τα έσοδα των εξής δήμων του Μοριά: Bal yab adra, Hlumiç, Kalavrita, Arkadya, Andrusa, Muton
13) TT 714, H. 1022 (1613),
Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Α’I. Ahmet (1603-1617), Οικονομία, Βακούφια, (Maliye, Evkaf). Λεπτομερειακό κατάστιχο όπου καταγράφονται οι πληθυσμοί και τα έσοδα των εξής δήμων του Μοριά: Korintos, Tripolis, Arhos, Anapoli, Karitena
14) TT 715, H. 1022 (1613), Περ
ίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Α’I. Ahmet (1603-1617), Οικονομία, Βακούφια (Maliye, Evkaf). Λεπτομερειακό κατάστιχο του Mizistira, και των φρουριακών τιμαρίων και βακουφιών της περιοχής.
15) TT 777, H. 1052 (1642), Περίοδος του Σουλτάνου Ιμπραήμ (1640-1648),  Στρατιωτικό (Askeriye), σχετικά με μπαρουτάδες, τυφεκιοποιούς, ασβεστάδες, κεραμιδάδες, γερακάριδες, φύλακες και κανονάδες όπως και με τα πολεμοφόδια    των Arkadya, Anavarin, Muton και λοιπών περιοχών του Μοριά
16) TT 796, H. 1076 (1665), Περίοδος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’, (1648-1687), Οικονομία (Maliye). Καταγραφή κατάστιχου της κωμόπολης της Korintos (Gördus) του σαντζακιού του Μοριά
17) TT 797, H. 1079 (1668), Περίοδος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ (1648-1687), Στρατιωτικό (Askeriye). Σχετικά με την πιστοποίηση αυτών από τα  τιμάρια των σαντζακιών των Mora, Mizistra, İnebahtı, Eğriboz, Sığla?, Kocaeli που δηλώνουν ότι βρίσκονται στο Cezair (νησιά) για την πολιορκία της Kandiye (Κρήτης) όπως σχετικά με τα τιμάρια της Ανατολίας που ακυρώθηκαν.
18) TT 876, H. 1127 (1715), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Λεπτομερειακό κατάστιχο σχετικά με τον πληθυσμό, τα έσοδα, και τα κτίσματα και εδάφη που ανήκουν στους Μουσουλμάνους, στους ‘zimmi’ (μη-μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους)  και στους Βενετσιάνους (ξένους υπηκόους) του δήμου Tripolis του Μοριά.
19) TT 878, H. 1127 (1715), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Λεπτομερειακός κώδικας που καταγράφει τα εδάφη και τα τσιφλίκια  που έχουν οι μουσουλμάνοι, οι μη μουσουλμάνοι και οι Βενετσιάνοι στο δήμο της Manya στις κοινότητες Pasova, Kilef, Zarnata.
20) TT 879, H. 1128 (1715), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Δηλώνει τον πληθυσμό, τα κτήματα και τα έσοδα στους δήμους Kalamata, Leondar, Andrusa.
21) TT 880, H. 1128 (1715), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Λεπτομερειακό κατάστιχο σχετικά με πληθυσμό και εσόδων όπως και των Βενετσιάνων των χωριών των δήμων Arkadya, Anavarin-i Atik (Παλαιό), Anavarin-i Cedid (Νέο) και των φρουρίων του Μοριά.
22) TT 881, H. 1128/1129 (1716), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Τιμάριο,  σχετικά με τα τιμάρια που παραχωρήθηκαν στο σερασκέρη Osman Paşa στο σαντζάκι του Μοριά.
24) TT 883, H. 1128 (1716), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Κατάστιχο σχετικά με δέκα έξι χωρία και τέσσερα μοναστήρια στο Benefşe (Monemvasia) στο δήμο του Mizistra.
25) TT 884, H. 1128 (1716), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Οικονομία (Maliye). Σχετικά με τα χρήματα και εδάφη του Μοριά που είναι εύκολη η κατάληψή τους.
26) TT 890, H. 1131 (1718), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Τιμάριο. Στρατιωτικό (Askeriye). Σχετικά με τα τιμάρια που δόθηκαν στους φύλακες φρουρίων Mustafa Πασά ve Ahmet Πασά στο σαντζάκι του Μοριά.
27) TT 894, H. 1138 (1725), Περίοδος του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730), Στρατιωτικό (Askeri). Κατάστιχο που καταγράφει τους φρουρούς των παραθαλάσσιων φρουρίων Anapolu, Plamude, Kastel-i bahri όπως και τα άλλα φρούρια και τιμάρια στο Μοριά.
28) TT 1046, Δίχως ημερομηνία. Οικονομία (Maliye). Λεπτομερειακό κατάστιχο όπου καταγράφονται ο πληθυσμός των χωριών και τα έσοδα από χωριά του δήμου Bal yab adra στο Μοριά.

Εκτός αυτών υπάρχουν και τα κάτωθι κατάστιχα
, τρία για Mizistra και Korintos. Οι αριθμοί τους έχουν ως εξής:
Mizistra: 603, 677, 731,
Korintos 944
Τα τετράδια (defter) για το Μοριά τα οποία στην ουσία είναι στοιχεία περιουσιών εδαφών (Tapu tahrir defteri) και που φυλάσσονται στον κατάλογο του ‘Maliye’ αριθμούνται ως εξής στα αρχεία που χαρακτηρίζονται ως ‘İstanbul Başbakanlık Osmanlı Arşivleri, Maliyeden Müdevver Defterler’:
MAD 561
MAD 5354
MAD 7217

Τα δε τελευταία κατάστιχα που συγκροτήθηκαν όταν η Πελοπόννησος καταλήφθηκε για δεύτερη φορά από τους Οθωμανούς το 1715, φυλάσσονται στο αρχείο ‘Ankara Tapu ve Kadastro Genel Müdürlüğü Kuyud-ı Kadim Arşivi’ και φέρουν τους κάτωθι αριθμούς:
TT 15/509, 1715 tarihli (III. Ahmet 1703-1730)  Mora Mufassal Defteri cilt 1   
TT 24/510, 1715 tarihli (III. Ahmet 1703-1730)  Mora Mufassal Defteri cilt 2
TT 25(1)/511, 1715 tarihli (III. Ahmet 1703-1730) Mora İcmal Defteri
TT 71, H. 1129 (1716) (III. Ahmet 1703-1730), Mora (Kanunname)   

Δεύτερο Μέρος
Α. Τα Πρώτα Κατάστιχα της Πελοποννήσου και τα  Χαρακτηριστικά τους

Ο άνθρωπος του σήμερα ο οποίος βιώνει την κοινωνία της πληροφορίας, για να μπορέσει να διατηρήσει απρόσβλητη την επικοινωνία του με τον υπόλοιπο κόσμο, αναλώνει ημερησίως ένα σημαντικό μέρος του διαθέσιμου χρόνου για να αποκτήσει πρόσβαση στις χρήσιμες σ’αυτόν γνώσεις. Και αυτή η ανάγκη για πληροφόρηση καθιστά τον χρόνο ακόμα πιο πολύτιμο και ωθεί τον άνθρωπο σε αναζήτηση στατιστικών πληροφοριών που να έχουν τη δυνατότητα να επιδείξουν με συντομία και περιεκτικότητα δεδομένα που ορίζουν από τη μια τα όρια του θέματος που τον ενδιαφέρει και από την άλλη παρουσιάζουν συγκεκριμένες πτυχές του.

Η έντονη αυτή αξίωση του αναγνώστη ισχύει και για την επιστήμη της ιστορίας. Γι’αυτόν το λόγο τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο, στην ερευνητική δραστηριότητα με αντικείμενο την ιστορία, υπάρχει μια έντονη τάση για χρήση των στατιστικών δεδομένων. Όμως κάθε ιστορική περίοδος, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των διαθέσιμων πηγών της δεν είναι στον ίδιο βαθμό τυχερή στην χρήση των στατιστικών στοιχείων. Για παράδειγμα οι ιστορικοί που έχουν ως αντικείμενο έρευνας την αρχαία, την μεσαιωνική και την νεότερη εποχή είναι λιγότερο τυχεροί σε σχέση με τους συναδέλφους τους που μελετούν την σύγχρονη εποχή. Επίσης επειδή και τα στατιστικά στοιχεία που έχουν περισωθεί είναι λιγοστά η παγκόσμια ιστορία βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνης της εποχής που δεν νοείτο ακόμη η χρήση των στατιστικών δεδομένων. Εντούτοις τονίζεται ότι την μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι ιστορικές πηγές που ανήκουν στους Τούρκους.

Οι τουρκικές πηγές που θεωρούνται ως εξαίρεση από άποψη στατιστικής και αφορούν την τελευταία φάση του Μεσαίωνα και περαιτέρω την νεότερη εποχή είναι τα οθωμανικά κατάστιχα. Με την βοήθεια αυτών των κατάστιχων είναι εφικτή η πληροφόρηση για το πώς καθιερώθηκε η οθωμανική επαρχιακή οργάνωση στις πρόσφατα κατακτηθέντες περιοχές, για το πώς ήταν η δημογραφική κατάσταση, η ονοματολογία, η τοπωνυμία  και η οικονομική ιστορία των περιοχών αυτών.

Πριν από τους Οθωμανούς, την βυζαντινή εποχή υπήρχε ένα σύστημα καταγραφής που έμοιαζε με το οθωμανικό σύστημα των κατάστιχων και άρχισε να εφαρμόζεται από τον 10Ο αιώνα. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό που ονομαζόταν αναγραφή και επαναλαμβανόταν κάθε 30 χρόνια, καταγραφόταν όλη η περιουσία των ατόμων και φορολογούνταν βάση των στοιχείων που προέκυπταν από την διαδικασία αυτή της αναγραφής. Όμως επειδή τα βυζαντινά αυτοκρατορικά αρχεία δεν έχουν σωθεί, εμείς πληροφορούμαστε για το σύστημα αυτό μόνο από ελάχιστα περισωθέντα δείγματα αυτής.

Επίσης στην βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρχαν και τα λεγόμενα Πρακτικά τα οποία περιείχαν πολύ σημαντικά στοιχεία τύπου αναγραφής. Πιο συγκεκριμένα αφορούσαν καταχωρήσεις για μεταβίβαση του δικαιώματος διαχείρισης της γης από το κράτος σε ιδιώτες και στις εκκλησίες και στοιχεία επίσης για αυτούς που διαβιώνανε στις εκχωρούμενες γαίες. Από αυτές τις καταχωρήσεις σε σχέση με τις αναγραφές έχουν περισωθεί περισσότερα δείγματα.

Όπως συνέβαινε με τις περισσότερες περιοχές που βρίσκονταν στην οθωμανική επικράτεια έτσι και στην Πελοπόννησο, συντάχτηκαν αναλυτικά κατάστιχα των τιμαριών. Τα περισσότερα κατάστιχα που συντάχτηκαν μετά τον τερματισμό της κυριαρχίας του Δεσποτάτου του Μοριά σώζονται μέχρι τις μέρες μας. Το αντικείμενο της έρευνάς μας αποτελούν τα πρώτα κατάστιχα που συνέταξε η οθωμανική διοίκηση αμέσως μετά την οριστική κατάκτηση της Πελοποννήσου. Αυτά τα κατάστιχα τώρα βρίσκονται σε δύο διαφορετικά αρχεία. Το πρώτο βρίσκεται στην Σόφια στην Εθνική Βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» με αριθμό 1/14662. Ενώ το άλλο είναι στο Κρατικό Οθωμανικό Αρχείο στην Πόλη και είναι καταχωρημένη στα Κτηματικά Κατάστιχα με αύξοντα αριθμό το 10.

Το κατάστιχο με αριθμό 1/14662 που βρίσκεται  στην Εθνική Βιβλιοθήκη «Κύριλλος Μεθόδιος» της Σόφιας έχει 48 φύλλα και 98 σελίδες. Οι σελίδες: μία, δύο, τρεις, δώδεκα, δεκατρείς, είκοσι, σαράντα, σαράντα μία, εξήντα πέντε, ογδόντα δύο, ογδόντα τρεις είναι κενές. Συνήθως αυτές οι κενές σελίδες μεσολαβούν κατά την μετάβαση απ’το ένα τιμάρι στο άλλο. Στο κατάστιχο λείπουν φύλλα στην αρχή και στο τέλος. Το κατάστιχο έχει μήκος  35 εκατοστά και πλάτος 14 εκατοστά. Σε ότι αφορά την κατάσταση του κατάστιχου, οι περισσότερες σελίδες έχουν κιτρινίσει τελείως ή είναι ημικίτρινες. Η μελάνη σε ορισμένα σημεία έχει σβηστεί, όμως αυτό δεν είναι σε βαθμό που θα εμπόδιζε την ανάγνωση του περιεχομένου του. Το υδατογράφημα (φιλιγκράν) του κατάστιχου έχει μορφή ψαλίδας Το είδος της γραφής που χρησιμοποιήθηκε στο κατάστιχο είναι το σουλτανικό μονόγραμμα (
tevki hattı).

Ο συντάκτης του κατάστιχου κατάφερε με μεγάλη επιδεξιότητα να αποδώσει φωνητικά με σωστό τρόπο, τα ελληνικά, αλβανικά και τουρκικά τοπωνύμια και κύρια ονόματα. Εντούτοις ανάλογα με την τουρκική προφορά των ξένων λέξεων σημειώθηκαν κάποιες αλλαγές. Χρησιμοποιήθηκαν φωνήεντα που διευκόλυναν την προφορά των λέξεων που άρχιζαν από σύμφωνα, έτσι αντί για Στέφανος γράφτηκε Ιστέφανος. Η κατάληξη –ίτσα που είχε ευρεία χρήση στα σλαβικά και αλβανικά τοπωνύμια γράφτηκε ως   -ça, -çe, -ca, και ce, έτσι αντί για Καλανδρίτσα-Kalandritsa γράφτηκε Kalandriça. Επίσης κάπου κάπου αλλάζουν θέση τα ηχηρά σύμφωνα με τα άηχα, για παράδειγμα η Παλιά Πάτρα (Palya Patra) γράφεται ως Μπαλιά Πάτρα (Balya Patra) Το αρχικό γράμμα των λέξεων που αρχίζουν με «Β» (V) κάποτε γράφεται με το «Ου» (U) π.χ. αντί για Βλάχο (Vlaho), γράφεται Ουλάχο (Ulaho). Επιπλέον όπως παρατηρείται σε πολλές περιοχές στα Βαλκάνια, τα οδοντικά σύμφωνα «θ» και «δ» τα οποία δεν υπάρχουν στα τουρκικά όμως έχουν ευρεία χρήση στις ελληνικές και αλβανικές λέξεις γράφονται με «σ» και «ζ» αντίστοιχα, π.χ. αντί για Διάκος Βαρθολαίμος γράφεται Ζιάκος Βαρσολέμος (Ziakos Varsolemos. Όλα αυτά τα δεδομένα μας κάνουν να υποθέσουμε ότι ο συντάκτης του κατάστιχου εκτός από τουρκικά γνώριζε  ελληνικά και αλβανικά.

Το δεύτερο κατάστιχο που είναι καταχωρημένο στο υπ.αρθ. 10 Κατάστιχο Κτηματολογίου στο Κρατικό Οθωμανικό Αρχείο, έχει μήκος 36 εκατοστά, πλάτος 13.5 εκατοστά και πάχος 2.5 εκατοστά. Το κατάστιχο έχει 96 φύλλα και 192 σελίδες. Οι σελίδες: τριάντα οχτώ, τριάντα εννιά, εξήντα εφτά, εκατόν σαράντα ένα, εκατόν πενήντα τρία και εκατόν ενενήντα δύο είναι κενές. Το κατάστιχο έχει καινούριο δέσιμο που είναι από μαύρο χοντρό χαρτόνι με σχέδια λουλουδιών σε ωοειδές σχήμα. Το εσωτερικό του εξώφυλλου έχει χρωματιστή διακόσμηση. Πριν από την πρώτη σελίδα υπάρχει ένα χαρτόνι μπλε χρώματος το οποίο προστέθηκε αργότερα. Το κατάστιχο αριθμήθηκε δύο φορές με τα αραβικά ψηφία από τους αρχειοθέτες. Οι αριθμοί που δεν είναι υπογραμμισμένοι είναι εκείνοι που δώθηκαν για πρώτη φορά. Ενώ οι υπογραμμισμένοι αριθμοί που δόθηκαν τελευταία αντιπροσωπεύουν τις σελίδες του κατάστιχου. Ορισμένες σελίδες του κατάστιχου έχουν υποστεί φθορά από την υγρασία και κάποια σημεία δεν διαβάζονται.

Τα δύο κατάστιχα με την πρώτη ματιά φαίνονται σαν τα τμήματα του ίδιου κατάστιχου ή με άλλα λόγια ο ένας αποτελεί την συνέχεια του άλλου. Όμως οι πρώτοι ερευνητές που μελέτησαν τα δύο αυτά κατάστιχα ανεξάρτητα ο καθένας, δεν μπόρεσαν να διανοηθούν ότι στην ουσία πρόκειται για δύο τμήματα ενός και του ίδιου κατάστιχου.

Ο πρώτος που υποστήριξε ότι αυτά τα κατάστιχα που βρίσκονταν στην Πόλη και στην Σόφια μπορεί να είναι τα τεμάχια του ίδιου κατάστιχου, είναι ο Ι. Αλεξανδρόπουλος. Αυτόν τον ισχυρισμό του, το στηρίζει στην ομοιότητα που παρουσιάζανε τα αντίγραφα από το κατάστιχο που επισύναψε η Τσέτκοβα στο σχετικό άρθρο της, με εκείνα της Πόλης. Δηλαδή ο ισχυρισμός του βασίζεται στην ομοιότητα που παρουσίαζε ο γραφικός χαρακτήρας τους. Ενώ όλα τα κατάστιχα που συντάσσονταν κατά τον 15Ο αιώνα είχαν ως γραφικό χαρακτήρα το σουλτανικό μονόγραμμα (
tevki hattı). Ο Αλεξανδρόπουλος αν και δεν είχε να επιδείξει αρκετά τεκμήρια για τον ισχυρισμό του, τελικά δικαιώθηκε. Επιπλέον και το ζεύγος Beldiceanu σε ένα άρθρο τους που συνέγραψαν το 1986, χωρίς να παραθέσουν κάποια τεκμήρια υποστήριξαν το ενδεχόμενο να είναι τα δύο αυτά κατάστιχα τμήματα ενός και μοναδικού βιβλίου.

Κατά την δική μας γνώμη το μεγαλύτερο τεκμήριο που αποδεικνύει ότι τα δύο τμήματα αποτελούν κομμάτια του ενός, είναι τα υδατόσημά (φιλιγκράν) τους. Το υπ’αριθ. 10 (ΤΤ)  κατάστιχο έχει υδατόσημο σε μορφή ψαλιδιού. Το ψαλίδι έχει μήκος 7 εκατοστά και πλάτος 3 εκατοστά. Με βάση το σχήμα και τις διαστάσεις του υδατόσημου μπορεί να ειπωθεί ότι το χαρτί του κατάστιχου είναι προέλευσης Φλωρεντίας, έτους 1459-1460 ή Νεάπολης του 1457.

Ο γραφικός χαρακτήρας είναι σουλτανικό μονόγραμμα και φέρει όλα τα ορθογραφικά χαρακτηριστικά του κατάστιχου με αριθμό 1/14662 της Εθνικής Βιβλιοθήκης «Κύριλλος και Μεθόδιος» της Σόφιας. Όπως σε εκείνο το κατάστιχο έτσι και εδώ η κατάληξη –ίτσα (
itsa) γράφεται με –τζα (ca), τζε (ce), τσα (ça) και τσε (çe), αντί για Σταμάτης (Stamatis)[1][ γράφει Ισταμάτης (İstamatis) και η Παλιά Πάτρα (Palya Patra) γράφεται ως Μπαλιά Πάτρα (Balya Patra) επίσης ο καταστιχωτής και εδώ αντί για Βλάχο (Vlaho), γράφε Ουλάχο (Ulaho).

Εξαιτίας όλων αυτών των στοιχείων έχουμε την πεποίθηση ότι το κατάστιχο με αριθμό 1/14662 που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» της Σόφιας και ο τόμος με αριθμό ΤΤ 10 του Κρατικού Οθωμανικού Αρχείου είναι τα τμήματα ενός αυτοτελούς κατάστιχου δηλαδή ο ένας τόμος αποτελεί την συνέχεια του άλλου. Ο τόμος που σώζεται στην Σόφια έχει διαστάσεις 35Χ14 εκατοστά, ενώ ο τόμος που σώζεται στην Πόλη έχει διαστάσεις 36Χ13.5 εκατοστά. Οι δύο τόμοι στο μήκος ταυτίζονται ενώ η διαφορά μισού εκατοστού στο πλάτος οφείλεται στο ότι ο ένας τόμος ξαναδέθηκε αργότερα επειδή είχε διαλυθεί λόγω φθοράς. Το γεγονός ότι το δέσιμο του τόμου ΤΤ 10 είναι πρόσφατο αποδεικνύει ότι αυτή η περίδεση έγινε μετέπειτα.  Επίσης και το γεγονός ότι και οι δύο τόμοι παρουσιάζουν φιλιγκράν σε μορφή ψαλιδιού ενισχύει αυτήν την σκέψη μας. Ως τελευταίο τεκμήριο μπορούμε να αναφερθούμε στον Νικηφόρο Καβασίλα. Ο Νικηφόρος Καβασίλας κατοικεί στο διαμέρισμα του Χλουμουτσίου και έχει δώσει το δικό του όνομα σε μια γειτονιά. Το πρόσωπο αυτό στο κατάστιχο ΤΤ10 που σώζεται στο Κρατικό Οθωμανικό Αρχείο, το βλέπουμε να αναφέρεται στην σελίδα 76 ως «Συνοικία Νικηφόρου Καβασίλα όπου διαμένει και το πρόσωπο αυτό». Για το ίδιο πρόσωπο και στο κατάστιχο 1/14662 της Βιβλιοθήκης «Κύριλλος Μεθόδιος» της Σόφιας στην σελίδα 49- φύλλο 24α υπάρχει αναφορά με τον εξής τρόπο «Τιμάρι Νικηφόρου Καβασίλα, ο ίδιος παίρνει μέρος στην εκστρατεία»  Δηλαδή ο Νικηφόρος Καβασίλας ζει στο διαμέρισμα του Χλουμουτσίου και καρπώνεται ένα τιμάρι με την υποχρέωση να παίρνει μέρος ο ίδιος στις εκστρατείες. Και αυτό αποτελεί τεκμήριο του ότι οι δύο τόμοι αποτελούν συνέχειες του ίδιου κατάστιχου.

Β. Η Χρονολόγηση του Κατάστιχου

Επειδή δεν έχει σωθεί η πρώτη σελίδα του τόμου, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο επαρχιακός γραφέας (
il yazıcıcısı) με άλλα λόγια ο συντάκτης του. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε χρονολογία. Όμως βασιζόμενοι σε κάποιες πληροφορίες που υπάρχουν στο κατάστιχο είναι εφικτή μια κατά προσέγγιση χρονολόγηση.

Βλέπουμε ως πρώτο διοικητή του Μοριά τον γιο του Τουρχάν τον Ομέρ Μπέη. Ο Τουρχάν Μπέη ήταν ένας Οθωμανός επιδρομέας ακρίτης (
akıncı beyi) που είχε επιφορτιστεί με το καθήκον της κατάκτησης της Πελοποννήσου και ταυτόχρονα ήταν και διοικητής της Θεσσαλίας  και γνώριζε πολύ καλά την Πελοπόννησο. Και ο Ομέρ Μπέη μαζί με τον πατέρα του έκανε επιδρομές στην Θήβα και στην περιοχή της Αττικής. Ύστερα γίνεται αντιληπτό ότι ο Ομέρ Μπέη αναλαμβάνει τα καθήκοντα του πατέρα του. Το 1455 βλέπουμε τον Ομέρ Μπέη ως διοικητή του σαντζακιού των Τρικάλων με έσοδα 317.065 ακτσέ (άσπρα-akçe). Οι οθωμανικές πηγές κατά την κατάκτηση της Αθήνας το 1458 αναφέρουν το όνομα του Ομέρ Μπέη ως διοικητή του Μοριά. Παρόλο που υπήρχε συμφωνία μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και των Δεσποτών του Μοριά, οι τοπικοί άρχοντες της Πελοποννήσου και οι Αλβανοί εξεγέρθηκαν και τότε ο Οθωμανός σουλτάνος Μεχμέτ ο Β’ αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει μια δεύτερη εκστρατεία εναντίον της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές σ’αυτήν την εξέγερση πήρε μέρος και ο Ομέρ Μπέη και εξαιτίας της συμμετοχής του αυτής παύθηκε από τα καθήκοντά του.

Ποιος είναι ο διοικητής του Μοριά μετά τον Ομέρ; Την απάντηση μας την δίνει ο Χαλκοκονδύλης με την εξής φράση: « ... στη συνέχεια πολέμησε με τον έπαρχο της Θεσσαλίας τον Ομέρ που είχε εξεγερθεί εξαιτίας μιας διαφοράς που είχε προκύψει και χωρίς να περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα ο βασιλιάς (ο σουλτάνος) ανακάλεσε τον Ομέρ και ανέθεσε την διοίκηση στον Έπαρχο της Καλλίπολης τον Ζαγανός.» Όμως ο Ζαγανός Πασά κατά την διάρκεια της εκστρατείας της Πελοποννήσου, όταν στην κατάληψη του Σανταμέρι δεν εφάρμοσε τους εθιμικούς κανόνες του ιερού πολέμου των μουσουλμάνων (
Fıkıh) και συμπεριφέρθηκε με υπερβολικά βίαιο τρόπο στον πληθυσμό ανακλήθηκε από τον Μεχμέτ τον Β’ και στην θέση του διορίστηκε ο Χαμζά.

Όμως όταν και ο Χαμζά λεηλάτησε μια πόλη που είχε παραδοθεί, ο Μεχμέτ ο Β’ απέλυσε και αυτόν και διόρισε πάλι τον Ζαγανό ως διοικητή του Μοριά. Από τις μαρτυρίες των πηγών μέχρι το 1463 δεν βλέπουμε ως διοικητή του Μοριά άλλον από τον Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη.

Στο κατάστιχο που αφορά την Πελοπόννησο και είναι η παλιότερη, ως διοικητής του σαντζακιού του Μοριά αναφέρεται το όνομα του Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη. Σχετικά με τον Σινάν Μπέη στις δυτικές πηγές δεν συναντάμε καμιά μαρτυρία. Όμως οι οθωμανικές πηγές μας παρέχουν πληροφορίες για το πρόσωπό του. Μεταξύ αυτών των πηγών μπορούν να αναφερθούν επιγραμματικά ο Ασικπασαζαδέ, ο Νεσρί, ο Τουρσούν Μπέη και ο Ιμπν Κεμάλ.

Στην ιστορία του Ασικπασαζαδέ όταν περιγράφονται τα γεγονότα του 1460 στην Πελοπόννησο αναφέρεται το όνομα του Σινάν Μπέη ως εξής:« Και ο Μαχμούτ πορεύθηκε προς την κατεύθυνση αυτή και έφτασε κοντά στο Εξαμίλλιον. Εκείνο το διάστημα διοικητής του σαντζακιού του Μοριά ήταν ο Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη.» Και ο Νεσρί όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Μοριά επαναλαμβάνοντας τα λεγόμενα του Ασικπασαζαδέ  αναφέρει τα παρακάτω: «Ο Μαχμούτ Πασά όταν προσέγγισε το Εξαμίλλιον, ο διοικητής του σαντζακιού του Μοριά ήταν ο Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη.» Επίσης ο Ιμπν Κεμάλ αναφερόμενος στην εκστρατεία του Μοριά του 1460 κάνει αναφορά στον Σινάν Μπέη και λέει το εξής: «...ο Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη στον οποίο είχε ανατεθεί το σαντζάκι του Μοριά..» Και τα τρία αυτά οθωμανικά χρονικά όταν περιγράφουν την εκστρατεία του Μεχμέτ του Β’ το 1460, έχουν κοινό σημείο αναφοράς στο όνομα του διοικητή του σαντζακιού του Μοριά.

Στην ιστορία του Τουρσούν Μπέη, επιβεβαιώνεται ότι κατά τον οθωμανοβενετικό πόλεμο του 1463 ο Σινάν Μπέη ήταν διοικητής του σαντζακιού του Μοριά με την εξής έκφραση: «Ο Ελβάν Μπέη ογλού Σινάν Μπέη στον έλεγχο του οποίου βρισκόταν ο Μοριάς.» Επίσης και ο Ιμπν Κεμάλ αναφέρεται λεπτομερέστατα στις δραστηριότητες του διοικητή του σαντζακιού του Μοριά του Σινάν Μπέη κατά την διάρκεια του οθωμανοβενετικού πολέμου του 1463. Εδώ υπάρχει αναφορά και στην καταγωγή (το γένος) του Σινάν Μπέη. Σύμφωνα με την οποία ο πρόγονος του Σινάν Μπέη ήταν δοκιμαστής στην κουζίνα του σουλτάνου Τσελεμπή Μεχμέτ και ήταν ένας άντρας έμπειρος που δεν είχε άλλη ασχολία από τον ιερό πόλεμο. Εκτός από αυτήν αναφορά δεν έχουμε καμιά άλλη πληροφορία σχετικά με την καταγωγή του Σινάν Μπέη.

Όπως μαρτυρούν τα οθωμανικά χρονικά από το 1460 που η Πελοπόννησος περνάει στην οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1463 διοικητής του σαντζακιού του Μοριά είναι ο Ελβάν ογλού Σινάν Μπέη. Το κατάστιχο θα πρέπει να συντάχτηκε πριν το καλοκαίρι του 1463. Διότι το 1463 θα ξεκινήσει ο οθωμανοβενετικός πόλεμος που θα διαρκέσει 16 χρόνια. Στο κατάστιχό μας υπάρχουν μαρτυρίες για τις καλές σχέσεις μεταξύ των Οθωμανών και της Γαληνοτάτης. Για παράδειγμα υπάρχει η εξής καταγραφή για ένα ιχθυοτροφείο που βρισκόταν στο διαμέρισμα της Αρκαδίας: «Τα συνολικά έσοδα του ιχθυοτροφείου ήταν 360 ακτσέ, το ¼ που αντιστοιχεί στα 90 ακτσέ ανήκει στον Σινάν Μπέη τα υπόλοιπα ¾ δηλαδή 270 ακτσέ ανήκε από παλιά στην Βενετία» Δηλαδή το εν τέταρτο των εσόδων αυτού του ιχθυοτροφείου το καρπούνταν οι Οθωμανοί ενώ διαφυλάγονταν τα δικαιώματα των Βενετών που τους ανήκε παλιότερα η ιδιοκτησία και τα τρία τέταρτα των εσόδων παραχωρούνταν στους Βενετούς. Σε μια άλλη καταγραφή που μαρτυρεί τις καλές σχέσεις με την Γαληνοτάτη αναφέρονται τα εξής: «Η αγροτική περιοχή της Μπαλάσας στην ουσία ανήκε στους Φράγκους, όμως επειδή οι χωρικοί που ζούσαν εκεί είχαν ανάγκη, τους παραχωρήθηκε για να το καλλιεργούν». Για τους παραπάνω λόγους το κατάστιχο πρέπει να συντάχτηκε στο διάστημα από τα τέλη του 1460 ως το 1463.

Μια άλλη καταχώρηση που μας βοηθά για την χρονολόγηση του κατάστιχου είναι η εξής: «το ζεαμέτ του Σανταμέρι ανήκει στον Ιμπραχήμ που είναι γιος του Ισά Μπέη και αυτός είναι ο γιος του Παύλου Κούρτικ». Εδώ γνωρίζουμε ότι ο Παύλο Κούρτικ στο όνομα του οποίου υπάρχει αναφορά και ο γιος του Ισά Μπέη έδωσαν το όνομά τους σε μια περιοχή στην Αλβανία και εκμεταλλεύονταν μια μεγάλη σε έκταση περιοχή. Ο Ισά Μπέη, εκτός από τον γιο του τον Ιμπραχήμ Μπέη που τον συναντάμε στην Πελοπόννησο έχει ακόμα έναν γιο που ονομάζεται Γιουσούφ. Τα δύο αδέρφια το έτος Εγίρας 859
=1454-55 μ.Χ. εκμεταλλεύονται ένα μεγάλο τιμάρι στην Θεσσαλία που βρίσκεται στην περιοχή του Κέσριτς και έχουν έσοδα ύψους 42.399 ακτσέ. Ενώ στην Πελοπόννησο ο γιος του Ισά Μπέη, ο Ιμπραχήμ Μπέη το διάστημα 1460-1463 έχει μόνος του υπό τον έλεγχο του ένα μεγάλο ζεαμέτ που περιλαμβάνει την πόλη Σανταμέρι και το διαμέρισμά της και έχει έξοδα 22.952 ακτσέ. Τα τιμάρια της οικογένειας Κούρτικ που ξεκινάνε από την Αλβανία και εκτείνονται μέχρι την Πελοπόννησο δεν μας δίνουν μόνο μια ιδέα για την χρονολογία του κατάστιχου αλλά και για την διαδρομή που ακολούθησαν οι Αλβανοί κατά την άφιξη τους στην Πελοπόννησο.

Αυτό το κατάστιχο παρόλο που έχει τα γενικά χαρακτηριστικά του οθωμανικού συστήματος καταγραφής, εντούτοις έχει κάποιες ιδιαιτερότητες  που την διακρίνουν, τις οποίες μπορούμε να τις απαριθμήσουμε ως εξής: Το κατάστιχο επειδή συντάχτηκε μετά το 1460, που είναι η χρονιά της κατάκτησης Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς, αποτελεί το πρώτο κατάστιχο που αφορά τον Μοριά. Για τον λόγο αυτό προσδιορίζει τις συνθήκες που επικρατούσαν τα τελευταία χρόνια του Δεσποτάτου του Μοριά.  Η οθωμανική επαρχιακή οργάνωση δεν έχει ακόμα εδραιωθεί. Όμως έχουν συσταθεί οι υπηρεσίες και έχουν γίνει οι διορισμοί των κρατικών λειτουργών που θα διοικήσουν και θα επιβλέπουν το νέο οργανωτικό σύστημα.

Προς το παρόν εκτός από τους διοικητικούς και στρατιωτικούς λειτουργούς δεν έχει εγκατασταθεί μουσουλμανικός πληθυσμός στην Πελοπόννησο. Γι’αυτόν τον λόγο όλοι οι υπήκοοι του σουλτάνου είναι χριστιανοί και εξαιτίας αυτού κατά την σύνταξη του κατάστιχου ο πληθυσμός δεν καταγράφεται σύμφωνα με την θρησκεία του αλλά με βάση την εθνική του καταγωγή. Στην Πελοπόννησο συναντάμε δύο εθνικά στοιχεία και τα οποία είναι το ελληνικό (
Rum) και το αλβανικό (Αrnavut).

Τρίτο Μέρος
2.2 Η Ιστορία της Δημητσάνας μεταξύ των χρόνων 1461-1574

Η ιστορία της Δημητσάνας μεταξύ του 1461 και του 1574 διερευνήθηκε με γνώμονα τρία οθωμανικά κατάστιχα. Αυτά τα κατάστιχα φέρουν τους αριθμούς ΤΤ10, ΤΤ446 και ΤΤ 560 και φυλάσσονται στο Οθωμανικό Αρχείο της Πρωθυπουργίας
(Osmanlı Başbakanlık Arşivi, tahrir defteri). Το πρώτο κατάστιχο του 1461 προέρχεται από την εποχή του Μεχμέτ Β’, το δεύτερο ετοιμάστηκε στην εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (Kanuni, δηλαδή του Νομοθέτη όπως είναι γνωστός στο τουρκικά) ο οποίος βασίλευσε στα χρόνια 1520-1566. Το τρίτο κατάστιχο ανήκει στην εποχή του Σουλεϊμάν Β’, δηλαδή στα χρόνια 1566-1574.

Οι Οθωμανοί πήραν τη Δημητσάνα το 1461 από το Δεσποτάτο του Μοριά ως ένα χωριό. Το πρώτο κατάστιχο αποτυπώνει σχεδόν την κατάσταση όπως ήταν κατά την μετάβαση από το Βυζάντιο στην Οθωμανική επικράτεια. Το 1461 εντάχτηκε στο οθωμανικό διοικητικό σύστημα ως ένα χωριό συνδεδεμένό στο ‘χας’ του ‘μιρλιβά’ Ελβάνογλου Σινάν Μπέη. Η πρώτη διοικητική οργάνωση στην Πελοπόννησο αποτελείτο από δεκαεπτά ναχιγιέ συνδεδεμένα σε ένα λιβά. Οι ναχιέδες φέρουν τις εξής ονομασίες:
Vostiça, Hlumiç, Vumero, Kirevukor, Arkadiya, Leondar, Korintos, Balya Badra (Paleia Patra), Kalavrita, Minhalu, Bezenik, Kalandriça, Sandomiri, Grebena, Aya İlya, Gardiçko ve Mistra. Η δε Δημητσάνα (Dimitsana) είναι καταγεγραμμένη ως συνδεδεμένη στο ναχιγιέ του Leondar.

Το 1461 η Δημητσάνα έχει 142
‘hane’/‘σπίτια’, 31 ‘mücerred’ (δηλαδή άγαμους ενήλικους άνδρες) και 13 bive (χήρες). Ο όρος hane/χανέ στην οθωμανική ιστορία συνήθως σήμαινε μια υποτιθέμενη πενταμελή οικογένεια η οποία συνυπήρχε με ένα χωράφι (με μια εδαφική έκταση) το οποίο καλλιεργούσαν με ένα ζεύγος βοδιών και ήταν επαρκές για την διαβίωση της. Αυτή η έκταση κυμαινόταν από 40 μέχρι 120 στρέμματα, ανάλογα με την αποδοτικότητα του εδάφους. Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ζούσαν τότε στην Δημητσάνα 710 άτομα. Πάντως οι άγαμοι άνδρες που είχαν χωράφια έχουν χώρια καταγραφεί ως άτομα εκτός του ‘σπιτιού’ - ως mücerred. Οι δε γυναίκες που πριν ήταν μέλη ενός ‘σπιτιού’, αλλά που χήρεψαν και έχουν χωράφι καταγράφτηκαν ως bive/χήρες. Έτσι το 1461 ο πληθυσμός της Δημητσάνας μαζί με τους 31 ενήλικους άνδρες και τις 13 χήρες είναι περίπου 754 άτομα. Αυτός ο αριθμός, σε σχέση με την περιοχή και την εποχή που αναφερόμαστε είναι μεγάλος για ένα χωριό. Π.χ., χωριά στην περιφέρεια της Δημητσάνας όπως το Κοκκόρα και το Στρούζα έχουν 9 και 16 ‘σπίτια’ αντίστοιχα. Άρα μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η Δημητσάνα κατέχει ένα κεντρικό ρόλο στην περιοχή της και είναι σχεδόν έτοιμη να αναβαθμιστεί σε ‘kasaba’, δηλαδή σε κεφαλοχώρι ή κωμόπολη.

Μπορούμε να πούμε ότι στη Δημητσάνα τα 142 ‘σπίτια’ το 1461, όπως προκύπτει από τα ονοματεπώνυμα, αποτελούνταν από 79 συγγενικές μεταξύ τους οικογένειες. Αυτές οι οικογένειες, με (στα τουρκικά, ΗΜ) αλφαβητική σειρά είναι οι εξής:

Το 1461 ο παπάς του χωριού Δημήτρης είναι μέλος της οικογένειας Ανδρόπουλου και όπως φαίνεται από το ‘παπα’ που έχει προστεθεί το όνομα του, και ο πατέρας του εξασκούσε το ίδιο λειτούργημα. Επίσης έχει καταγραφεί ότι αυτή η οικογένεια κατείχε ένα μύλο, ότι για αυτόν το μύλο πλήρωναν φόρο πενήντα άσπρα (ακτσέ), άρα ότι ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Οι οικογένειες Κορδονας, Παπαανδρόπουλος, Μανες, Καρτόπουλος και Λάσκαρης φαίνεται να ανήκουν στις εύπορες οικογένειες. Και αυτό επειδή η κάθε μια έχει και από ένα μύλο και δίνουν πενήντα άσπρα για τον κάθε ένα. Ο Λάσκαρης φαίνεται να έχει πεθάνει, αλλά τον μύλο εκμεταλλεύεται η χήρα γυναίκα του. Ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί μύλοι, έξη σε ένα χωριό, έστω και αν ακόμα υπήρχαν περισσότερα από 142 ‘σπίτια’ δεν εξηγείται εύκολα. Πάντως βλέπουμε ότι τον επόμενο αιώνα η Δημητσάνα φορολογείται με τον ειδικό φόρο του ‘ρέσμ-η βατζ-ι βαζάρ’ (resm-i bac-ı bazar), δηλαδή με ένα φόρο που εισπραττόταν για τις αγορές/παζάρια. Αυτός ο φόρος αφορούσε χώρους που λειτουργούσαν σαν κέντρα για τις περιφέρειές τους. Από αυτά συμπεραίνουμε ότι η Δημητσάνα όχι μόνο ήταν ένα κέντρο όπου έστηναν αγορές για την περιοχή αλλά και είχε και τους μύλους όπου άλεθαν τα σιτηρά της περιοχής.       

Βλέπουμε ότι οι οικογένειες των Νομικός, Κερβάβος, Γαβριλόπουλος, Κοκολήρης και Νοταράς αριθμητικά ήταν πολυπληθέστερες και ότι καταγράφτηκαν στο κατάστιχο  με περισσότερα από ένα ‘σπίτι’. Όλες οι οικογένειες του χωριού όπως και οι άγαμοι άνδρες πλήρωναν τον φόρο του ‘ισπεντσέ’ στον Ελβάνογου Σηνάν Μπέη που κατείχε το τιμάριο του σαντζακιού του Μοριά, για λογαριασμό του κράτους. Γενικά το 1461 στο Μοριά ενώ από τα Αρβανίτικα ‘σπίτια’ και τους Αρβανίτες άγαμους άνδρες εισέπρατταν 20 άσπρα, από τα ‘σπίτια’ των Ρωμιών και από τους Ρωμιούς άγαμους άνδρες εισέπρατταν 25 άσπρα. Η αιτία είναι ότι οι Αρβανίτες  ζούσαν σε ορεινά χωριά γενικά με λιγότερο από 50 ‘σπίτια’, συχνότερα λιγότερα ακόμα και από 20. Ενώ οι Ρωμιοί ζούσαν κοντά στη θάλασσα ή στην εύφορη ενδοχώρα, σε μεγάλα χωριά όπου ευδοκιμούσε και το εμπόριο. Πάντως, οι χήρες που ήταν κάτοχοι χωραφιών πλήρωναν έξη άσπρα ανεξάρτητα αν ήταν Αρβανίτισσες ή Ρωμιές. Το 1461 αν και δεν υπάρχει κανένα σημείωμα σχετικά με το αν η Δημητσάνα ήταν ένα χωριό Ρωμιών ή Αρβανιτών, η φορολογία του ισπεντσέ εφαρμόστηκε σύμφωνα με αυτό που εφαρμοζόταν για τους Ρωμιούς. Δηλαδή τα 142 ‘σπίτια΄ και οι 31 άγαμοι πλήρωσαν 25 άσπρα έκαστος. Η Δημητσάνα πλήρωσε συνολικά 10447 άσπρα  και άλλα 4521 άσπρα ως φόρο ισπεντσέ. Η αναλογία του ισπεντσέ στο σύνολο που πλήρωσε η Δημητσάνα είναι 43%. Αυτή η αναλογία αποδεικνύει ότι η μεγαλύτερη πηγή εσόδων ήταν η οικογένεια η οποία έχει ένα χωράφι απαραίτητο για την αυτοσυντήρηση της και το οποίο καλλιεργούσαν με ένα ζεύγος βοδιών. Και αυτό επειδή εκείνη την εποχή όπου η παραγωγή βασιζόταν στην μυϊκή δύναμη, αυτή η δύναμη αντιστοιχούσε στο σημερινό τρακτέρ. Έτσι και ο άνθρωπος ήταν είχε οικονομική αξία για τις εκτάσεις προορισμένες στην καλλιέργεια. Αυτό βέβαια ίσχυε για όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι δε άλλοι φόροι που πλήρωνε η Δημητσάνα το 1461 ήταν οι εξής:   Τον ‘οσρ-η μπαγκάτ’ (
öşr-i bagat) για τη σοδιά του σταφυλιού, τον οσρ-η χίντα (öşr-i hınta) για το σιτάρι, τον ‘οσρ-η σαήρ’ (öşr-i şair) για το κριθάρι, το ‘οσρ-η κετέν (öşr-i keten) για την παραγωγή του λινού, τον ‘οσρ-η κοζ’ (öşr-i koz) για τα καρύδια, τον ‘οσρ-η μεηβέ’ (öşr-i meyve) για τα φρούτα, τον ‘ρεσμ-η χαναζήρ’ (resm-i hanazır) για τους χοίρους και τον ‘ρεσμ-η χαμρ’ (resm-i hamr) για το κρασί.
Από τον φόρο των 3500 άσπρων για το σιτάρι που αναλογεί στη Δημητσάνα γίνεται φανερό ότι η κυριότερη παραγωγή της περιοχής ήταν το σιτάρι. Αυτό το προϊόν αναλογεί στο 33,5% του όλου φόρου. Άλλα προϊόντα που δεσπόζουν είναι το λινό που αντιστοιχεί σε 200 άσπρα και το κρασί σε 150 άσπρα. Είναι γνωστό ότι ο φόρος για το κρασί συναντάται σε μέρη όπου υπάρχουν ταβέρνες και κάποια μορφή αστικοποίησης.

Η Δημητσάνα η οποία το 1461 είχε 142 ‘σπίτια’, 13 άγαμους και 13 χήρες στην εποχή του Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1520-1566), δηλαδή περίπου ένα αιώνα μετά, είχε 350 ‘σπίτια’ και 97 άγαμους, δηλαδή οι Δημητσανίτες από 754 έγιναν 1847 (περίπου). 1093 άτομα προστέθηκαν στο χωριό, δηλαδή ο πληθυσμός αυξήθηκε 150%. Ο δε φόρος ισπεντσέ στους αγρότες ο οποίος ήταν 25 δεν άλλαξε και 447 φορολογηθέντες πλήρωσαν συνολικά 11175 άσπρα. Παρόλο αυτό η αναλογία του φόρου του ισπεντσέ στο σύνολο των φόρων αυξήθηκε στο 48%. Το σιτάρι και το κριθάρι είναι τα βασικά της προϊόντα. Αυτά τα προϊόντα στα προηγούμενα κατάστιχα χαρακτηριζόταν ως ‘χιντά’ και ‘σαήρ’ αλλά σε αυτήν την νέα εποχή ονομάζονται ‘γκενντούμ’ (
gendüm) και ‘τζέβ’ (cev). Αλλά πλέον παρατηρούνται και άλλα δημητριακά. Το σιτάρι εκτιμήθηκε τότε σε δέκα άσπρα το ‘κιλέ’. Αν και το ‘κιλέ’ διέφερε σε διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στάνταρτ θεωρείται αυτό της Κων/πολης. Ένα κιλέ της Κων/πολης είναι 24.215 κιλά. Οι Δημητσανίτες πλήρωσαν με δέκα για κάθε κιλέ, δηλαδή 3000 άσπρα για 300 κιλέ. Αυτός ο φόρος στο οθωμανικό σύστημα ονομάζεται οσούρ (öşür), υπολογίζεται σε είδος και εισπράττεται σε χρήμα. Εκείνη την εποχή οι Οθωμανοί έπαιρναν το 1/8 ή 1/10 της παραγωγής. Αυτός είναι και ο λόγος που χρησιμοποιείται ο όρος ‘οσούρ’ που στα αραβικά σημαίνει 1/10. Στην χειρότερη περίπτωση αν δεχτούμε ότι εισπράχτηκε το 1/8 ως φόρος τότε η συνολική παραγωγή πρέπει να ήταν 2400 κιλέ ή 58 τόνοι σιτάρι. Αυτήν την εποχή παράγεται και κεχρί στην Δημητσάνα. Βλέπουμε να παράγεται και χόρτο για τα ζώα όπως και βρώμη. Αυτά φορολογούνται με φόρους που φέρουν το όνομα ‘γκιγάχ’ (giyah) και ‘αλεφ’ (alef). Ο μούστος φορολογείται ως ‘σιρέ’ (şire). Ο μούστος μετράται με ‘μεντρε’ (medre) που αντιστοιχεί σε 10 κιλά και κοστίζει 20 άσπρα. Η Δημητσάνα πλήρωνε 1000 άσπρα για πενήντα ‘μεντρέ’. Οι δε μύλοι που καταγράφονται ως ‘ασιγαμπ’ (asi yab ) από έξι αυξήθηκαν στους δέκα. Από κάθε μύλο που λειτουργεί ένα χρόνο εισπράττεται ένας φόρος των 60 άσπρων. Δίπλα στους μύλους βλέπουμε να υπάρχουν και εργαστήρια όπου κατασκευάζονται κάπες / ταλαγάνι (kebe?). Από αυτούς τους χώρους εισπράττονται 15 άσπρα τον χρόνο. Στην ζωοτροφία προστέθηκε και μελισσοκομία όπως και η κατασκευή μεταξιού. Το μετάξι μετριόταν με την ‘λίντρα’ (lidre) η οποία αντιστοιχούσε σε μια ‘διρχέν’ (dirhem
) ή σε τρία γραμμάρια. Ο φόρος φαίνεται να ήταν 60 άσπρα και η παραγωγή περίπου 24 κιλά.

Κάτι που παρατηρούμε στην εποχή του Σουλτάνου Σουλεϊμάν, στο κατάστιχο αριθμός 446, είναι ότι υπάρχουν πλέον μπαρουτόμυλοι. Κάτοικοι της Δημητσάνας παράγουν μπαρούτι για κάστρα όπως
Muton, Anabolu, Patra και Karitena. Οι Dimo Lobrila, Yorgi Gavra, Manol Gavra, Yorgi Anigto, Panayoto Lobera, Yoti Mitroti Gavra στέλνουν από 26 βουκί (ένα vuki=1.3 κιλά) στο Muton. Για αυτές τους υπηρεσίες αυτοί οι κάτοικοι απαλλάσσονται από κάποιους έκτακτους φόρους όπως και από τον ισπεντσέ. Έτσι και οι Yani Filipo, Dimo Karkala, Nikola Dimoyanni, Yanni Plastro, Divra Pano, οι αδελφοί Kavalari, Yanni Karkala, Yani Lombardopulo, Yanni İstefanopulo, Tetoki Vuçara, İstemati Lombardopulo προμηθεύουν μπαρούτι στο οχυρό του Muton.


Κάτοικτης Δημητσάνας όπως οι Nikola Palasira, İstemati Palasira, İstemati Kasa, İstemati Moskito, Aleksandro Gavra, Dimo Birmo προμηθεύουν από 25 ‘βουκί’(οκά) μπαρούτι στο οχυρό του Anabolu. Κάτοικδε της Δημητσάνας όπως οι Yani Birmo, Diçi Lubara, Mihal Eflako, Yanni Nikola Sergopulo, Yorgi Yanni Sergopulo προμηθεύουν από 15 ‘βουκίμπαρούτι στο οχηρό της Patra. Οι κάτοικοι  Todoro İstefanopulo, Mihal Vuçara, Aleksandro Veledeş (ο γιος του Mihal Vuçara) προμηθεύουν από δέκα πέντε βουκί μπαρούτι στο νέο φρούριο που είναι συνδεδεμένο με το φρούριο της Πατρας. Οι Δημητσανίτες Nikola Nikefor, Nikola Kutulo, Nikola Karkala, Doti Karkala, Moni Kaçiya, Yorgi Karkala, Todoro Karkala, Aleksandro Gavra παραδίδουν από 26 βουκί στην Πάτρα και οι Kumono Simioni, Yorgi İstanapulo, Yanni Lumi, Dorzi Lombarkopulo από δώδεκα στην Καρύταινα. Οι Yanni Gavriyanopulo και Andoniko Gavra έχουν καταγραφεί ως αποσπασμένοι  (müsellem) βοηθοί στρατιώτες όπως και οι υπόλοιποι που παραδίδουν μπαρούτι με την διαταγή του Σουλτάνου. Αυτοί ήταν απαλλαγμένοι από τους φόρους του ισπεντσέ και κάθε είδος εκτακτους φόρους.

Το τελευταίο κατάστιχο που θα παρουσιάσουμε εδώ είναι  της εποχής του Σουλτάνου Σελιμ Β’, δηλαδή του 1566-1574. Σε αυτή την εποχή ο φόρος που πλήρωνε η Δημητσάνα από 23300 που ήταν στην εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή έφτασε στα 35500 άσπρα.
. Στον αριθμό των ‘σπιτιών’ πάντως βλέπουμε μια ελάττωση. Ως Χριστιανοί υπάρχουν 168 ‘σπίτια’ και 137 ‘άγαμοι’. Ένας λόγος αυτής της πληθυσμιακής μείωσης είναι ότι ορισμένοι Δημητσανίτες ήταν ‘αποσπασμένοι’ (müsellem)
, εργαζόταν στα μπαρούτια και είχαν εισαχθεί στην τάξη των βοηθητικών στρατιωτών, και είχαν εξαιρεθεί από τους κατοίκους που πλήρωναν τον φόρο ισπεντσέ. Αυτό φαίνεται και από το ότι βλέπουμε τους πατέρες αυτών των αγάμων να παρουσιάζονται και αυτοί ως προμηθευτές μπαρουτιού και να δίνουν μπαρούτι στην Καρύταινα κάθε χρόνο. Πάντως για λόγους που δεν ξέρουμε παρατηρείται μια ελάττωση του πληθυσμού σε ένα σύντομο διάστημα. Ένας λόγος θα μπορούσε να ήταν ο πόλεμος της Κύπρου το 1571 ή η ναυμαχία της Ναυπάκτου. Δεν έχουμε όμως αποδείξεις που να τεκμηριώνουν αυτό αυτή την στιγμή.  

Επίσης παρατηρούμε και εξελίξεις που δείχνουν ότι η Δημητσάνα μεγαλώνει και ως οικισμός. Βλέπουμε δύο νέους οικισμούς να προσθέτονται. Αυτοί φέρνουν τα ονόματα
Zatuna και Paleohor. Στον πρώτο υπάρχουν 15 ‘σπίτια’ και 2 ‘άγαμοι’ και στο δεύτερο 33 ‘σπίτια’ και 5 ‘άγαμοι’. Οι υπόλοιποι καταγράφονται στο κέντρο της Δημητσάνας. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της Δημητσάνας είναι ότι παρατηρούνται μουσουλμάνοι στο χώρο, κάτι που δεν το βλέπουμε παλαιότερα. Ο αριθμός τους είναι μόνο τρεις και αυτοί είναι οι Hızır bin (γιος του) Mustafa, Ahmet bin Abdullah, Yusuf bin Abdullah. Οι δύο από αυτούς θα μπορούσαν να θεωρηθούν παλαιοί κάτοικοι της περιοχής, όπως προκύπτει από τα ονόματα των πατέρων τους και την παράδοση καταγραφής των οθωμανικών αρχείων. Μια άλλη ιδιαιτερότητα είναι ότι αυτοί οι τρεις μουσουλμάνοι έχουν δικά τους ιδιόκτητα χωράφια. Εδώ βλέπουμε και κάτι νέο: αν και μόνο ένας αυτός ο ιδιοκτήτης, κάποιος με τον τίτλο ‘μπάστινα’ (baştina
) έχει ιδιόκτητα χωράφια όπως και οι μουσουλμάνοι.

Αυτήν την εποχή οι οικογένειες της Δημητσάνας που προμήθευαν μπαρούτι ήταν οι εξής: οι
Arsubata, İştilipoti,  Manes, Plastan, Gavra για το φρούρια Muton; oı Manes για την Karitena; οι Mavra, Androni Moreni Ardiye, Vuçara για το φρούριο Anabolu; οι  Sergopulo, Anbari, İstroniklo, Kondoyanni για το φρούριο Patra.


Έσοδα και πληθυσμιακές αλλαγές στη Δημητσάνα τα χρόνια 1461-1574

Όπως γίνεται κατανοητό από τον παραπάνω πίνακα σε περίπου εκατό χρόνια ο πληθυσμός της Δημητσάνας αυξάνεται στα χρόνια 1461-1574. Αυτή η αύξηση φαίνεται καλύτερα στα έσοδα από τους φόρους. Τα έσοδα τριπλασιάζονται. Αυτή η αύξηση θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της γενικής οικονομικής βελτίωσης που παρατηρείται σε όλο τον χώρο της Μεσογείου αλλά και της Pax Otomana που έγινε αισθητή όχι μόνο στο Μοριά αλλά σε όλα τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  

Μετάφραση: Ηρακλής Μήλλας

Arcadians.gr ©
Περισσότερα στοιχεία από τη Δημογραφική αυτή Σύνθεση, δημοσιεύονται στις σελίδες του Αρκαδικού Διαδικτυακού Συνεδρίου.

 
© 2018 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.