WELCOME

Η μουσική παράδοση του ελληνικού χώρου είναι πλούσια και ποικίλη όχι μόνο σε ήχους και ρυθμούς αλλά και σε ιδιωματικούς τύπους.

 

Βίλχελμ Μύλλερ Print

Ο Βίλχελμ (Γουλιέλμος Μύλλερ) Γερμανός ποιητής και φιλέλληνας γεννήθηκε στο Ντεσσάου  στις 7-10-1794  και πέθανε εκεί τις 30-9-1827.  Το γεγονός ότι αρέσκονταν τόσο πολύ στην ποίηση προκάλεσε την αντίδραση των δασκάλων του. Το 1812 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ασχολήθηκε με φιλολογικές και ιστορικές μελέτες.  Ήδη από τα σχολικά του χρόνια φάνηκε ότι θα εξελίσσονταν σε ιδιοφυία, αφού η φιλελεύθερη φύση του και η ορμητική του όρεξη για την εκμάθηση των ξένων γλωσσών αφήνει τους πάντες άναυδους. Ήδη αντιδρά στους παιδαγωγούς του και προκαλεί την οργή και την δριμεία αντίδρασή τους.

Ορφανός από μητέρα μόλις έντεκα ετών δεν  εξαναγκάζεται να φέρεται με συγκεκριμένη καθοδήγηση, πράγμα που εξαναγκάζονται παιδιά που ακούν τυφλά τη νουθεσία της μητέρας και του πατέρα τους.  Με άλλα λόγια ασχολείται ελεύθερα με αυτό που τον εκφράζει και δεν διακατέχεται από ένα και μόνο ενδιαφέρον.

Με την εγγραφή του στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου σε ηλικία δεκαοκτώ ετών  έχει έτσι την ευκαιρία να επιδοθεί σε φιλολογικές και ιστορικές μελέτες  και επηρεάζεται βαθύτατα από τον φιλόλογο Φρειδερίκο-Αύγουστο Βόλφ, «προς ον ησθάνετο μεγίστην αφοσίωσιν και σεβασμόν, παρηκολούθει δε εκτός τούτου και τας παραδόσεις των Βoeckh, Buttmann, Ruhs, Solger, kai Uhden.

Το 1813 κατατάσσεται ως εθελοντής  στους κυνηγούς της βασιλικής φρουράς αλλά δεν είναι φύση πολεμοχαρής και παρόλο που ακούει στη σχετική αίτηση του βασιλιά  της Πρωσσίας Φρειδερίκου-Γουλιέλμου  Γ΄ για τον πόλεμο εναντίον του Ναπολέοντος, λαμβάνοντας μέρος σε διάφορες μάχες, δεν αφήνει σημειώσεις σχετικές με αυτά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τότε.  Όμως ήταν για αυτόν πολύ σημαντική εμπειρία αφού όταν γύρισε πίσω ώριμος πλέον από αυτά που είχε περάσει, έπλαθε ένα νεώτερο Μύλλερ. Αυτόν του φιλελληνισμού του πατριωτισμού, των ρομαντικών συναισθημάτων, της γενναιοδωρίας του προς το δικό του και το Ελληνικό έθνος που αργότερα θα συμπαραστέκονταν σαν να ήταν γνήσιο τέκνο του Ελληνισμού. Η φαντασία του λοιπόν ήταν έτοιμη για δράση, η γνώμη του και η βούλησή του έτοιμες για μεγάλα πράγματα. Ακόμα και ο έρωτας που είχε με την κόρη του ιεροκήρυκος Hensel  συνετέλεσε στην εσωτερική διαμάχη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις  και στην διαρκή αναταραχή της εσωτερικής του γαλήνης.  

Κατά τα έτη 1814-1815, προσελήφθη ως μέλος του συνδέσμου των Γερμανών ποιητών που είχαν στόχο να παλέψουν για την ελευθερία της πατρίδος τους. Η παρέα τους απαρτίζονταν από τον κόμη Fr. Von Kalckreuth, τον κόμη G. Von Blankensee,  τον ζωγράφο Will Hensel κ.λ.π.  Όλοι αυτοί διακατέχονταν από βαθειά αισθήματα του Γερμανικού εθνισμού και συνέλεξαν τα ποιήματά τους, έχοντας υψίστη παραγωγική σκέψη και φαντασία. Οδηγήθηκαν έτσι στην έκδοσή τους υπό τον γενικότερο τίτλο, Bundesblülhen το 1816.

Επειδή το γενικότερο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η αγάπη προς τα ιδεώδη του Γερμανικού Εθνισμού με γενικότερη απήχηση στα πολιτιστικά δρώμενα (ενδυμασία, τρόποι, σκέψη, τέχνη κ.λ.π.), ο Μύλλερ, προσπαθεί να αναζωπυρώσει το Γερμανικόν έθος, τις ιδέες, τις χαμένες αλλά βαθειές ρίζες του εθνικιστικού οράματος που έχει και το σκοπό να παραμένει ευαίσθητο  και ευσυγκίνητο στους ρομαντικούς χρόνους.  Έτσι εξηγείται γιατί ο Μύλλερ, πέρα από κάθε φαντασία, υπήρξε οπαδός του  Fouque και Brentano.

Aναδίφησε έτσι την γερμανική φιλολογία και ασχολήθηκε με την ποίηση. Το 1816 εξέδωσε την μελέτη «Blumenlese aus des Minnensingern», καθώς και μερικές θεωρίες περί αποκατάστεσως του άσματος των Νιμπελούγκεν. Kατά την εποχή έγραψε πολλά ποιήματα ο νεαρός Μύλλερ και μία ποιητική μετάφραση του Δρος Φάουστους του Christ Marlowe (1564-1593).

O Mύλλερ είχε πολλά όνειρα όταν σπούδαζε στο Βερολίνο και είχε αδυναμία στην γερμανική γλώσσα και φιλολογία. Τον καιρό που ήταν έτοιμος να υποβάλλει την διατριβή του ο Αυστριακός βαρώνος Sack τον κάλεσε σε μια περιοδεία στην Ελλάδα και την Ανατολή, μάλιστα η είσοδος στην ανατολή θα γινόταν από την Κων/πολη.

Κατ’ αρχάς επισκέφτηκε την Βιέννη όπου εκεί ζήτησε να γνωρίσει τους ετερόχθονες Έλληνες. Δηλαδή αυτούς που απάρτιζαν τον ευρύτερο Ελληνισμό. Έτσι, είχε την ευκαιρία να μάθει τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων και να συνειδητοποιήσει τον τυραννισμένο τους αγώνα, καθώς και την προετοιμασία τους για την ελευθερία. Τόσο πολύ συμπάθησε  τους Έλληνες που θέλησε να μάθει τα Ελληνικά για να μπορεί να επικοινωνεί ακόμα και για να μαθαίνει τις πιο κρυφές και ιδεατές τους σκέψεις. Από ότι θα φαίνονταν αργότερα και με τα ποιήματά του προς τους Έλληνες, ο Μύλλερ ήταν πολύ συναισθηματικό άτομο και αγαπούσε με ειλικρίνεια τους παιδευμένους Έλληνες. Παρόλο που οι απόψεις διίστανται περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (δηλαδή, άλλοι ευνοούσαν την Ελληνική επανάσταση και άλλοι υπήρξαν πολέμιοι αυτής, παραδεχόμενοι ότι είναι πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο ή ότι αν οι Έλληνες παρέμεναν υποδουλωμένοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αυτό μπορεί να ήταν και καλό. Δηλαδή, με τη σειρά τους θα επηρέαζαν τους άλλους λαούς και θα γινόταν πάλι η αναγέννηση του οράματος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια θα γίνονταν ένα είδος πολιτιστικής αναγέννησης.)  

Λόγω της πανώλης που μαστίζονταν η Κων/πολη, πήγε, κατ’ αρχήν, στην Ιταλία. Εκεί γνώρισε από κοντά την πολιτιστική ταυτότητα των Ιταλών και «ο νέος της Ιταλίας βίος με τα λαϊκά άσματα, την μουσικήν και καλλιτεχνίαν του, την ευθυμίαν, ζωηρότητα και αφέλειάν του συνεκίνησε την ψυχήν του νεαρού ποιητού, εκίνησε το ενδιαφέρον αυτού και επέδρασε μεγάλως επί το θυμικόν του.»  Εκεί κάνει αξιοσημείωτες γνωριμίες και ασχολείται με τη συγγραφή έργων. Eκδίδει το δίτομο έργο «Rom Römer und Römerinnen». Aυτό είναι με τέτοια χάρη γραμμένο και τόσο περισσή ζωηρότητα που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά αναγνώσματα για τη νεώτερη Ιταλία, και το έγραψε το 1820  

Με το που επέστρεψε στο Ντεσσάου δίδαξε κλασσικές γλώσσες, Ελληνικά  και Λατινικά. Αργότερα μετατέθηκε στη δουκική βιβλιοθήκη όπου έγινε βιβλιοθηκάριος. Λίγο μετά παντρεύτηκε και απόκτησε ένα παιδί τον  περίφημο γλωσσολόγο Μαξ Μύλλερ το 1823.

Εκείνο το χρόνο στην Ελλάδα εξερράγη η επανάσταση που είχε μεγάλη απήχηση στη Γερμανία γιατί εκείνη την περίοδο τα βασικά ρεύματα ήταν ο νεοουμανισμός, ο ρομαντισμός και ο λιμπεραλισμός.  Mέσα στη σκέψη και στη καρδιά του ποιητή υπήρχαν έντονα τα αισθήματα φιλοπατρίας προς τους Έλληνες και τάσσεται υπέρ του αγώνος τους. Ο ποιητικός ενθουσιασμός του δεν μπορεί να κρυφτεί και παραδίδεται στο έντονο ξέσπασμα που είναι θρήνος, ωδή και αγκάλιασμα για τους πολυπαθείς αγωνιστές. Την ίδια περίοδο συμπαρίσταται με τα ποιήματά του, ενώ ακόμα η επανάσταση είχε άδηλη πορεία. Εξέδωσε λοιπόν το πρώτο τεύχος των Ελληνικών ασμάτων (Lieder der Griechen) που είναι γεμάτο λυρισμό. Έχοντας πάντα κατά νου το φαντασιακό ιδεώδες της Ελληνικής αρχαιότητας, το αρχαίο πνεύμα, συνδύασε στα ποιήματά του την χαμένη ελπίδα που με τον αγώνα τείνει να αναζωπυρωθεί. Το τεύχος περιέχει δέκα ποιήματα που είναι τα εξής: «Οι Έλληνες προς τους φίλους της αρχαιότητός των», «Ο Φαναριώτης», «Η παρθένα των Αθηνών», «Η Μανιάτισσα», «Ο γέρων της Ύδρας», «Ο Ιερός Λόχος, «Οι Έλληνες προς τον Αυστριακόν παρατηρητήν» -που είναι η εφημερίδα του Μέττερνιχ- «Τα πνεύματα των αρχαίων ηρώων κατά την ημέραν της Αναστάσεως», «Τα ερείπια των Αθηνών προς την Αγγλία» και «Η ελπίδα της Ελλάδας».

Ουτοπική αλλά και δροσερή, φαντασιακή αλλά και φιλεύσπλαχνη η όλη αντιμετώπιση του ποιητή για τον Ελληνικό αγώνα υπερέβη κάθε όριο όταν το 1820 δημοσιεύεται η ποιητική συλλογή του καθ’ υπόδειγμα των γερμανικών ασμάτων «με θερμότητα ψυχής και διαύγειαν υπομιμνήσκουσαν παρόμοια ποιήματα του Γκαίτε».

Και ενώ ο Ελληνικός αγώνας φλόγιζε τη ψυχή του και αγρυπνούσε συγκινημένος δίπλα σ΄ αυτούς που πάσχιζαν να ελευθερωθούν και να αποκτήσουν κάποια μορφή κράτους, δημοσιεύει τη δεύτερη συλλογή ποιημάτων του για τους Έλληνες και που περιλαμβάνει τα εξής: «Η Υψηλή Πύλη», «Ο εξόριστος της Ιθάκης», «Αλέξανδρος Υψηλάντης», «Η επιβίβαση των Αθηναίων στα πλοία τους», «Η σκλάβα στην Ασία», «Ο μικρός Υδραίος», «Η διδασκαλία της Μανιάτισσας», «Η γλαυξ».

Ιδιαιτέρως «ο μικρός Υδραίος» προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση που ακόμα είναι γνωστός στη Γερμανία.

Επηρεαζόμενος από τους λογίους της εποχής εκείνης και έχοντας κατά νου τις φιλότιμες προσπάθειες του Ελληνισμού, απέχει από τα γενικά συμφέροντα της εποχής  που δείχνει τις Μεγάλες Δυνάμεις να ενδιαφέρονται για την γενικότερη ισορροπία στα Βαλκάνια. Σκοπός του δεν είναι να κάνει πολιτική και να εμπλακεί στα διεθνή προβλήματα αλλά να μεθέξει στο όραμα της απελευθέρωσης, δημιουργώντας το δικό του κανάλι πολιτισμού και ιδεολογίας. Σκοπός του δεν ήταν να προβάλει έναν εγωιστικό εαυτό αλλά να παραδώσει ανάγλυφη την εικόνα του φιλέλληνα και ίσως κάτι παραπάνω του απλού αγωνιστή που μάχεται με την πέννα να καλωσορίσει την αυγή της ελευθερίας. Έτσι το 1823 εκδίδει νέα σειρά ποιημάτων, τρία νέα τεύχη που είναι «Τα νέα άσματα των Ελλήνων». Το πρώτο τεύχος περιέχει επτά άσματα, το δεύτερο οκτώ και το τρίτο επτά. Σ΄ αυτά περιγράφεται ο εμπαιγμός της Ελλάδας από τους Τούρκους, υπαινίσσοντας την φιλότουρκη Ευρωπαϊκή πολιτική και κάνει έκκληση για βοήθεια προς τους Έλληνες. 

Το 1824 εκδίδει άλλη μια συλλογή με επτά ποιήματα υπό τον τίτλο «Τα νεώτατα άσματα των Ελλήνων» (Νeueste Lieder der Griechen). Το πιο ωραίο ποίημα είναι  «Η Ελλάς και ο κόσμος»  όπου συνδέει την ελευθερία με την Ελλάδα και τον κόσμο αναφωνώντας:

«Χωρίς την ελευθερίαν τι θα ήσουν, ω! Ελλάς χωρίς εσέ τι θα ήτο ο κόσμος!» Ohne die Freiheit, was wärest du Hellas? Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?»).

Mέσα από τα γραφόμενά του εμπεριέχεται όλος ο πατριωτισμός η πίστη και η αφοσίωση όχι μόνο για την Ελλάδα ως ανερχόμενο, νεοσύστατο κράτος αλλά και ως Ελληνική φυλή. Και έτσι υπονοεί όλους τους Έλληνες τους απανταχού παρόντας, όχι μόνο στα στενά όρια του κράτους που θα δημιουργούσαν. Ξεφεύγει έτσι από την τετριμμένη ιδέα περί φτιαχτού κράτους και εξυμνεί το έθνος διαμέσου των αιώνων. Εξυμνεί τον αγώνα μέσα από το πρόσωπο του Βύρωνα και αναφέρεται στο Μεσολόγγι σαν να ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του.  Mε περισσή κατάνυξη γράφει τέσσερα ποιήματα: «Η ανάληψις του Μεσολογγίου», «Το νέον Μεσολόγγι», «Έπεσε το Μεσολόγγι», και το «Φρούριον του Ουρανού».

Το 1824 στο Παρίσι εξέδωσε δύο τεύχη που είναι συλλογή σύγχρονων Ελληνικών ποιημάτων, επιχειρώντας αμέσως την μετάφρασή τους στη Λειψία. Είχε τόση αγάπη για τους Έλληνες που δημοσίευσε έργο σχετικό με τον Ελληνικό βίο, είχε δε κατά νου να γράψει για τον νεώτερο Ελληνικό Βίο αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος. Έτσι κάποια από τα έργα του εκδίδονται το 1829 υπό τον τίτλο «Egeria». Η ηθική βοήθεια που προσέφερε στους συμμάχους είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, η πιό λαμπρή τοποθέτηση της ιδεολογικής του και ηθικής του συμπαράστασης προς τους πάσχοντες Έλληνες.

Πλέον από σαράντα συνθέτες θέλησαν να μελοποιήσουν τα ποιήματά του, μεταξύ των οποίων ο Σούμπερτ και ο Μπράμς. Λες και υπήρξε τόσο μεγάλο σφρίγος που «Η Ωραία Μυλωνού» είναι γεμάτη μουσικά και ποιητικά χρώματα. Μάλιστα ο ίδιος ο Μύλλερ αναλαμβάνει στο πρόσωπο του μυλωνά να εξιστορήσει τις ερωτικές του περιπέτειες.

Τα περιεχόμενα αυτού του τραγουδιού είναι:
Στο τέλος μιας κουραστικής μέρας.
Ανθισμένο λινάρι ξέχνα-μη με λησμόνει
Ευχαριστώντας το ποταμάκι.
Η ζωή του μύλου.
Ο ποιητής σαν επίλογος.
Ο ποιητής σαν πρόλογος.
Ο κυνηγός.
Ο μυλωνάς και το ποταμάκι.
Ο περίεργος.
Το τραγούδι της κοίτης του ποταμιού.
Τα λουλούδια του μυλωνά.
Το κακό χρώμα.
Το αγαπημένο χρώμα.
Ζήλια και περηφάνια.
Πρώτος πόνος, τελευταίο αστείο.
Σταμάτα (παύση).
Δικiά μου!
Με ζωηρό ήχο περπατώ
Πρωινός χαιρετισμός.
Ξερά λουλούδια.
Ανυπομονησία.
Ταξείδι.
Που;
Διάλειμμα
Δάκρυ βροχή.

Περιηγητής λοιπόν, ταξιδευτής, ονειροβάτης, ονειροπόλος, ρομαντικός, ένας περιπλανώμενος έφηβος-μουσικός καθηλώνει με τη σκέψη του και την ποίησή του τον Γερμανικό λαό και θέτει ευρύτερους προβληματισμούς για την μοίρα της Ελλάδας, μιας αναγενόμενης από τη στάχτη της χώρας,  που λίγο αργότερα θα αναζητούσε την ύπαρξή της μέσα από μια αμφιλεγόμενη πολιτιστική ταυτότητα. Όλο αυτό το φαντασιακό ταμπεραμέντο παραμερίζεται για να φωτισθεί αιωνίως από την ευγενική και τόσο πρόωρα χαμένη προσωπικότητα του Μύλλερ.

Χριστίνας Στρατηγοπούλου PhD

 

 
© 2019 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.