WELCOME
Το μοναστήρι Μαλεβής ονομάστηκε έτσι από την κορυφή Μαλεβός του Πάρνωνα, του βουνού των δασών και των χρωμάτων. Ο περίφημος κλέφτης Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης έκανε το μοναστήρι ορμητήριο του.
Λάμπρος Καραδήμας - ο Πελοποννήσιος Καραγκιοζοπαίκτης του θεάτρου Σκιών Print

Ἡ ύ­πα­ρξη της Σκιάς συνδέεται με μια δέσμη γοητευτικών θεωριών, πα­λαιών ό­σο καί η ὕ­πα­ρξη τοῦ ἥ­λιου ὡς πηγή φωτς. Ἡ μυστηρια­κή ὑ­πστα­ση τῆς Σκις καί ἡ σύ­νδεσή της μέ τήν ἀνθρώ­πινη ψυχή ντικα­τοπτρί­στηκε πό νωρς σέ δοξα­σες φρικα­νικῶν καί ἀσια­τικῶν χωρν. Στος κόλπους αὐ­τῶν τῶν πα­ρα­δσεων θά πρπει νά γεννθηκε καί τό Θέα­τρο τῶν Σκιν. Πα­ρά τήν δυνα­μία ἐ­ξα­γωγῆς σφα­λῶν συμπερα­σμτων γύ­ρω τήν κα­τα­γωγή τοῦ εἴ­δους, μέ βεβαιτητα μπορεῖ νά γί­νει λγος γιά ὕ­πα­ρξη Θετρου Σκιῶν σέ χρες ὅ­πως ἡ Ἰ­νδία, Κίνα, Ἰ­νδονησία, Ταϋ­λάνδη, τό Μπα­λ, ἡ Ἰάβα, Μα­λαισία, Κα­μπτζη, Αἴ­γυπτος. Στς χρες αὐ­τς, πρωτα­γωνιστοῦν φιγορες μν, ὄ­χι ὅ­μως ὅ­πως ὁ δικός μας καί ὁ κυπρια­κός Κα­ρα­γκιζης, ἀλλά κυρως θεοκαί ἥ­ρωες τοπικῶν μύ­θων καί πα­ρα­δσεων. Τό δημοφιλές θέα­μα φαί­νεται πς   μετα­φρεται σέ νέα ἐ­δφη κθε φορά πομιά χώ­ρα κα­τα­κτᾶ μία λλη. Στά πλαί­σια αὐ­τά εἰ­κζεται πς ἡ Αἴ­γυπτος ὑ­πῆρξε τό κα­νλι μετα­φορᾶς του στήν Ὀθωμα­νική αὐ­τοκρα­τορία, καί αὐ­τή μέ τή σειρά της ὁ δίαυλος πρός τήν Ἑλλδα. Ἄς σημειωθεῖ πς ἤ­δη πό τήν Αἴ­γυπτο καί τόν 13ο περί­που αἰώνα μ.Χ. χρησιμοποιεται ὡς ὄ­νομα ἥ­ρωα Κουκλοθετρου τό «­Κα­ρα­κού­ς», ποστήν Τουρκία τοῦ 15ου καί 16ου γί­νεται “Karagöz καί στήν Ἑλλδα τοῦ 19ου καί 20οῦ «­Κα­ρα­γκιζης». Πα­ράλληλα, σέ χρες ὅ­πως ἡ Περσία, ἡ Λιβύη καί ἡ Ἀ­λγερία, ἀλλά καί στά Βαλκνια, ἥ­ρωες τῶν θεα­μτων τους πα­ντοῦν σέ πα­ρμοια ὀ­νμα­τα.

Τό «­Θέα­τρο τοῦ Κα­ρα­γκιζη», πλέον, ἐ­ρχμενο στήν Ἑλλδα στα­δια­κά ἐ­ξελληνί­ζεται: τό μγεθος τῆς σκηνῆς καί τῶν φιγουρῶν μεγα­λώ­νει, οἱ βωμολοχες –­κα­θς στα­δια­κά γί­νεται οἰ­κογενεια­κό θέα­μα–ἀποβλλονται, ἐ­νῶ σέ μνιμο σκηνικό να­δεικνύεται ἡ πα­ργκα ἀπνα­ντι στό σα­ράι, γιά νά θυμζει τήν τα­ξική ντί­θεση, τήν ντιπα­ρθεση ἐ­ξουσα­ς-λαοῦ. Πολλοἥ­ρωες (πως ὁ Σταύ­ρα­κα­ς) ποκτοῦν ἑλληνικά ὀ­νμα­τα, πα­ρα­δοσια­κή ἐ­νδυμα­σία (ὁ μπα­ρμπα-Γιῶργος), ἐ­νῶ κα­τά τήν εἴ­σοδό τους στή σκηνή κού­γονται τρα­γού­δια ἀπό τὸν τπο κα­τα­γωγῆς τους (π.χ. κα­ντδαγιά τόν ζα­κυνθινό Διονύ­σιο). Ἐ­πιπλέον, τά ρωικά ἔ­ργα (ὅ­πως ὁ περί­φημος «­Κα­τσα­ντώ­νης» καί «Ἀ­θα­νσιος Διά­κος»), ἀλλά καί ὅ­λα τά ἔ­ργα ἐ­κενα ποσυμβα­δί­ζουν μέ τήν ἑλληνική ἐ­πικαιρτητα (γιά πα­ράδειγμα τό «­Γράμμος καί Βί­τσι», τό «­Δρά­μα τοῦ Ἀ­θα­να­σπουλου», «παχονισμός τῶν Κα­ραολῆ καί Δημητρου») να­νεώ­νουν τό δρα­μα­τολγιο τοῦ Θετρου Κα­ρα­γκιζη καί ἀποδεικνουν σέ πσο μεγλο βα­θμό τό λαϊκό αὐ­τό θέα­μαγονιμοποιθηκε πό τήν ἑλληνική πρα­γμα­τικτητα.

Οἱ σημα­ντικές αὐ­τές ἀλλα­γές πραγμα­τοποιονται ὡς ἐ­πτό πλεστον στήν Πελοπόννησο, καί δή στήν Ἀ­χαΐα, ὅ­που μιά πλειδα ἐ­ξαί­ρετων κα­ρα­γκιοζοπαικτῶν, μέ πρωτεργτη τόν Δημήτριο Σα­ρδού­νη Μί­μα­ρο, τς ἐ­μπνέεται καί τς μετα­λα­μπα­δεει. Στος κλπους τῆς Πελοποννσου θά γα­λουχηθοῦν καί θά δρσουν ἐ­παγγελμα­τες καρα­γκιοζοπαῖκτες, ὅ­πως οἱ Βα­σί­λα­ρος, Ντ. Θεοδωρπουλος, Ἀ­ρεοπολί­της, Μνος, ρστης, Ἀ­ντώ­να­ρος, Ντα­μα­δκης, Κώ­στα­ρος, Γιάννα­ρος, Θ. Σπυρόπουλος κ.ἄ. Κα­θς τό Θέα­τρο τοῦ Κα­ρα­γκιζη νκει στήν προφορική λαϊκή τχνη, τῆς ποίας τά ἴ­χνη συνθως χνονται μέ τόν θνα­το τοῦ κστοτε καλλιτχνη, δέν εἶ­ναι λί­γα τά ὀ­νματα κα­ρα­γκιοζοπαικτῶν ποσμερα πα­ρα­μένουν στό εὐ­ρκοινό γνωστα, ἄν καί στήν ἐ­ποχῆ τος ἐ­πιτλεσαν σπουδαῖο ψυχα­γωγικό καί κποτε κοινωνικό ἔ­ργο. Ἀ­νμεσα στος τεχνίτες τοῦ εἴ­δους ποδυστυχῶς σμερα δέν περιλα­μβάνονται στς σελί­δες πολυτελῶν ἐ­κδόσεων, ἀλλά εὐ­τυχῶς πα­ρα­μνουν στς μνμες καί τς κα­ρδιές ὅ­σων πα­ρα­κολού­θησαν πα­ρα­στσεις τους, συγκα­τα­λγεται καί ὁ Λμπρος Κα­ρα­δμα­ς, στοῦ ποου τό ἔ­ργο θά περιηγηθομε.

Ὁ Λάμπρος Κα­ρα­δμα­ς, γεννθηκε στό Κερκζι Μεγα­λοπλεως τό 1900 καί ἔ­ζησε τά ἐ­φηβικά του χρνια μετα­ξἈ­ρκα­δίας καί Μεσσηνίας ὅ­που διέμεναν συγγενεῖς του. Ἐ­κεῖ θά πρπει νά πρωτοῆρθε σέ ἐ­πα­φή καί μέ τό θέαμα τοῦ Κα­ρα­γκιζη. Κα­τα­τασσμενος στό τγμα τοῦ Πλα­στρα, βίωσε τόν πνο τῆς Μικρα­σια­τικῆς Κα­τα­στροφς, ἐ­νῶ ἐ­πιστρφοντα­ς ἔ­μεινε στήν Ἀ­θήνα προκειμνου νά μθει κποια τχνη. Ἐ­κεῖ μα­θτευσε στόν μπερντέ τοῦ σπουδαίου Ἀ­θηναίου κα­ρα­γκιοζοπαί­κτη Ἀ­ντώ­νη Μόλλα, μα­θαί­νοντας τσο τή μθοδο κα­τα­σκευῆς καί κί­νησης τῶν φιγουρν, ὅ­σο καί τήν τεχνική ἀλλαγῆς τῆς φωνς, προκειμνου ν’ ποδί­δει πιστά τόν κθε ἥ­ρωα. Ἐ­πιστρφοντας στή γεντειρά του, ἐ­πισκέφθηκε τήν δελφή του Σοφία, ποζοσε ἤ­δη πα­ντρεμνη στή Στεμνί­τσα, καί λί­γο μετά γνώ­ρισε καί νυμφεύ­τηκε τή Στεμνιτσιώ­τισσα Δμητρα Ἀ­ντζᾶ, μέ τήν ποία κι πκτησε ἕ­ξι παιδιά. Ἔ­κτοτε, ἔ­ζησε στήν ὀ­ρεινή Στεμνί­τσα, ἐ­ργα­ζμενος ποκλειστικά ὡς κα­ρα­γκιοζοπαί­κτης κυρως στήν Ἀρκα­δία, ἀλλά καί τή Μεσσηνία καί τήν Ἀ­ργολί­δα. Μνο κα­τά τήν περίοδο τῆς Κα­τοχς, ὅ­ταν κθε ψυχα­γωγία θεωρονταν γιά τόν ἐ­ξα­θλιωμνο οἰ­κονομικά πληθυσμό δυσβάστα­χτη πολυτλεια, ὁ Λ. Κα­ρα­δμας ἐ­γκατλειψε λλά ὄ­χι ἐ­ντελςτόν Κα­ρα­γκιζη, κι φοσιώ­θηκε στό ἐ­πάγγελμα τοῦ κα­λα­τζῆ. Μετά τά δύ­σκολα χρνια ἐ­πα­να­δρα­στηριοποιθηκε ὡς κα­ραγκιοζοπαί­κτης, γιά νά στα­μα­τσει πλέον ριστικά τή δεκαετίατοῦ '60, καί ν’ φσει τήν τελευταία του πνοή, μέ μνιμη σκέψη τήν πα­ρουσα­ση νέων ἔ­ργων, τό 1965. Συγκεντρώ­νοντας μα­ρτυρες Στεμνιτσιωτῶν καί κα­τοί­κων γειτονικῶν χωριν, ἐ­ρευνώντας τή σύ­γχρονη βιβλιογρα­φία τοῦ ἑλληνικοῦ Θεάτρου Κα­ρα­γκιζη, να­τρχοντας σέ ἀρχεῖα συλλεκτῶν καί συλλογές μουσεων πό κα­ρα­γκιοζοπαῖκτες κοντινῶν του χρνων, να­συντί­θεται σιγά-σιγά τό μωσαϊκό τῆς βιογρα­φίας καί κυρως ἐ­ργογρα­φίας τοῦ Λ. Κα­ρα­δμα. Ἄς τό πα­ρα­κολουθσουμε κομμτι-κομμτι.

Οἱ πα­ρα­στσεις Κα­ρα­γκιζη τῆς ἐ­ποχῆς δί­νονταν κα­τά τος χειμερινος μνες ὡς ἐ­πτό πλεστον σέ αἴ­θουσες κα­φενεων καί –­ σπα­νιτερα – σχολείων, ἐ­νῶ τήν περίοδο τοῦ Κα­λοκαιριοῦ σέ πλα­τεῖες κι ἐ­ξοχικά κντρα. Ἀ­κολουθώντας τήν τα­κτική αὐ­τή, ὁ Λ. Κα­ρα­δμας πα­ρουσα­σε τς περιπτειες τοῦ Καρα­γκιζη του κα­τά τος κα­λοκαιρινος μνες τσο στήν πλα­τεία τῆς Στεμντσα­ς, κριβῶς κτω πό τό κα­μπα­να­ριό, ὅ­σο καί σέ ἐ­ξοχικά κντρα, κα­φενεῖα καί μντρες τῆς περιοχς. Ὡς ἐ­παγγελμα­τίας, ὅ­μως, δέν πα­ρλειψε νά περιοδεύ­σει καί στς γύ­ρω περιοχς, κυρως κα­τά τόν Χειμώνα.

Τό δί­κτυο τῶν χωριῶν καίτῶν πλεων ποἐ­πισκεπτταν φαί­νεται πς τό «ἔ­στηνε» μέ βα­σικος γνώ­μονες τήν πστα­ση πό τή Στεμνί­τσα, τή σύ­νδεση τοῦ κθε χωριοῦ ὄ­χι μέ συγκοινωνία, καί κυρως τήν ὕ­πα­ρξη συγγενῶν φί­λων ποθά τόν φιλοξενοσα­ν. Ἐ­πιπλέον, μετά τς πρτες περιοδεῖες, οἱ προηγού­μενες ἐ­μπειρες κινοσαν τά βήμα­τά του στά ἴ­δια δια­φορετικά χωριά, ὅ­που γνώ­ριζε πλέον πσο φιλξενοι ὄ­χι ἦ­ταν οἱ ντπιοι καί πσο νταποκρί­νονταν στό κλεσμά του.

Στς πα­ρα­στσεις του κόβονταν θεωρημνα – ἀπό τήν Ἐ­φορία τῆς Δημητσάνα­ς εἰ­σιτρια, καί πρός ποφυγήν λα­θροθεα­τῶν ὁ χρος γύ­ρω τή σκηνή καί τά κα­θί­σμα­τα τοῦ κοινοῦ, περιφρασσταν μέ κα­ρα­βόπα­να. Κα­τά τήν πγια συνθεια τῶν καλλιτεχνῶν τοῦ Μικροθετρου, βοηθοχρί­ζονται τά μέλη τῆς οἰ­κογενεα­ς. Ἔ­τσι, γιά τς πα­ρα­στσεις ποδί­νονταν στή Στεμνί­τσα, κυρως προπολεμικά, τήν πώ­ληση εἰ­σιτηρων να­λάμβα­νε ἡ σύ­ζυγός του Λ. Κα­ρα­δμα Δμητρα. Ὁ δέ υἱός του Γιῶργος, ἤ­δη πό τς πρτες τξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολεου, τόν βοηθοσε μπροστά καί πί­σω στή σκηνή, στήν ρχή κρα­τώντας στα­θερές κποιες πό τς φιγορες, ἀργτερα μιμού­μενος τή φωνή τῶν Κολλητηριν, καί κποτε δα­νεί­ζοντα­ς ...τόν σβέρκο του γιά νά γνουν ρεα­λιστικτερες οἱ κα­τρα­πα­κιές ποἔ­δινε ὁ Κα­ρα­γκιζης! Μεγα­λώ­νοντας ὁ Γιῶργος Κα­ρα­δμα­ς, νλα­βε ποκλειστικά τήν περί­φρα­ξη τῶν χρων πα­ρστα­σης, τό κλεί­σιμο τῶν συμφωνιῶν μέ τος ἰ­διοκττες τῶν κέντρων καί κποτε μέ ντπιους μουσικού­ς, τό στσιμο τῆς σκηνς, καί τήν ἀνάρτηση τῶν δια­φημιστικῶν φισν, δηλα­δή τῶν ποκα­λού­μενων «­προγραμμτων». Σέ κποιες πα­ρα­στσεις, μα­ζτους, ἕ­νωνε τς δυνμεις του καί ὁ ἄλλος υἱός τοῦ Λμπρου, ὁ Ἀ­ντώ­νης Κα­ρα­δμα­ς. Στς πα­ρα­στσεις ποδί­νονταν στήν Κα­λα­μά­τα, τόν σημα­ντικό ρλο τοῦ βοηθοῦ να­λάμβα­νε ὁ ἕ­τερος υἱς, Θεδωρος Κα­ρα­δμα­ς, ὁ ποῖος καί ζοσε στή Μεσσηνία, κοντά στόν θεῖο του Χρστο.

Τά πμενα χρνια, εἰ­δικά γιά τς πα­ρα­στσεις τῆς Τρί­πολης καί Στεμντσα­ς, στόν ρλο τῶν βοηθῶν θά ἐ­ναλλάσσονται μετα­ξλλων ὁ γα­μπρός του Ν. Βρεττός κα­θς καί τά ἐγγνια του Μιχλης καί Λμπρος Μα­ζα­ρκος. Γιά τς περιοδεῖες ξιοποιονταν κα­τά κύ­ριο λγο ἕ­να ποδλα­το, στό ποῖο φορτώ­νονταν καί οἱ βα­λί­τσες μέ τά σύ­νεργα τῆς τχνης, τά τοπικά λεωφορεῖα, ἐ­νῶ γιά τόν φωτισμό τῆς σκηνς, ὅ­που δέν ὑ­πῆρχε ρεμα, χρησιμοποιονταν τρεῖς λμπες σετιλί­νης. Ἡ μουσική τῆς πα­ρστα­σης προερχταν γιά τήν μέν ἔ­να­ρξη πό κουρδιστό γραμμφωνο, ἐ­νῶ τά τρα­γού­δια εἰ­σδου τῶν ρων ἑρμνευε ζωντα­νά ὁ Λ. Κα­ρα­δμα­ς, κποτε συνοδευμενος καί από μικρή ζωντα­νή ὀ­ρχστρα μέ βιολκαί κλα­ρί­νο. Συχνά δέ, φνοντας τόν κστοτε βοηθό του νά κρα­τᾶ στα­θερά τς φιγορες, ἔ­παιζε ὁ ἴ­διος μπουζού­κι κιθάρα, ἐ­νῶ σβηστες πα­ρα­μνουν καί οἱ μνμες πό τήν ἑρμηνεία τῆς κρης του, τῆς Βού­λας Κα­ρα­δμα, στό τρα­γού­δι, κα­τά τήν πα­ρστα­ση τοῦ «­Χοροῦ τοῦ Ζα­λόγγου». Οἱ περιοδεῖες ποπρα­γμα­τοποιοντα­ν ἄλλοτε δια­ρκοσαν μία ἤ δο μρες, κι ἄλλοτε, νλογα μέ τήν ντα­πκριση τοῦ κοινοῦ, κμα καί μήνα ὁλκληρο. Συνηθστεροι στα­θμοἐ­κτός τῶν μεγλων κντρων, Τρί­πολης, Μεγα­λπολης καί Κα­λα­μτα­ς, ἦ­ταν οἱ περιοχές Στενό, Ἅ­γ. Βα­σί­λειος, Νεοχώ­ρι, Ζευγολα­τιό, Δημητσνα, Ἑλληνικό, Βυτίνα, Χωρμη, Πα­ρθνι, Ἐ­λαιοχώ­ρι, Κάψια, Λεβί­δι, Μα­γού­λια­να, Ἁ­λωνί­σταινα, Λιμποβί­τσι, Μελιγα­λς, χλα­δκα­μπος, Λιγουριό.

πντηση στό τεἴ­δους στορες πα­ρουσιζονταν μετά τό τρί­το χτύ­πημα τοῦ κουδουνιοῦ τοῦ Λ. Κα­ρα­δμα ἀποτελεῖ μιά σημα­ντική πτυχή τῆς δρσης του, ἀλλά καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Θετρου Κα­ρα­γκιζη ν γνει. Ὁ Λ. Κα­ρα­δήμα­ς, σύ­μφωνα μέ μα­ρτυρες οἰ­κεων του κα­τγρα­φε σέ μικροῦ σχμα­τος σχολικά τετρδια τά ἔ­ργα ποπα­ρουσα­ζε, ἀλλά καί τά συνοδευτικά τρα­γοδια, γεγονός ἐ­νδεικτικό τοῦ ἐ­παγγελμα­τισμοῦ καί τῆς μεθοδικτητάς του. Κα­θς ἡ ἔ­ρευνα γιά τήν εὕ­ρεση τῶν τετρα­δων αὐ­τῶν δέν ἔ­χει κμα ἀποδσει καρπού­ς, ὁ μνος τρπος γιά νά να­συστα­θεῖ τό δρα­μα­τολγιο του εἶ­ναι οἱ μα­ρτυρες ὅ­σων πα­ρα­κολουθοσαν πα­ρα­στσεις του, κα­θς καί τά σωζόμενα σύ­νεργά του. Ἀ­πό τό σύ­νολο μα­ρτυριῶν καί ἀντικειμνων προκύ­πτουν παραστσεις κωμωδιν, ὅ­πως «Ὁ Κα­ρα­γκιζης μγος», Ὁ μπα­ρμπα-Γιργος δμα­ρχος», Ὁ Κα­ρα­γκιζης συντα­γμα­τάρχης», Ὁ Κα­ρα­γκιζης μέ τό ζρι για­τρς», Ὁ γμος τοῦ μπα­ρμπα-Γιώ­ργου καί ὁ Κα­ρα­γκιζης νύ­φη», Ὁ Κα­ρα­γκιζης στροναύ­της», «­Τό ναυγιο τοῦ μπα­ρμπα-» κ.ἄ. Δέ λεί­πουν φυσικά καί τά περί­φημα ἡρωικά ἔ­ργα, ὅ­πως Ἀ­ρμα­τολοκαί κλέφτες», «­Κα­πετν-Γκρς», «­Κα­τσα­ντώ­νης», Ἔ­ξοδος τοῦ Μεσολογγου», «Ἀθα­νσιος Διά­κος», Οἱ ἱππτες τῶν ρέων», Ἄς τόν κρί­νει ὁ Θες», Ἀ­λή Πα­σάς καί κυρα-Φροσύ­νη» κ.ἄ.

Πα­ράλληλα, νμεσα στά ἔ­ργα ποπα­ριστνονταν στή σκηνή τοῦ Λ. Καρα­δμα ξεχωρί­ζουν κποια μέ στοιχεῖα μυστηρου καί–ἀγα­πημνα γιά τήν ἐ­ποχήμοτί­βα δια­βόλου καί πλα­σμτων τῆς φα­ντα­σα­ς, ὅ­πως Ἡ μγισσα τοῦ νεκροτα­φεου Ρα­φίνα, ὁ Σα­τα­νάς λυκάνθρωπος καί ὁ Κα­ρα­γκιζης στυνομικς», «­Νεκρά ζώ­σα», Ἡ ληστεία τοῦ κα­ζί­νου καί ὁ Κα­ρα­γκιζης βρικόλα­κα­ς», Ὁ Διάβολος στό μπουκλι», «­Κλα­ση καί Πα­ρδεισος», Ἡ Ὀρφανή τῆς Χου», «­Τό στοιχειωμνο δντρο» κ.ἄ. Τόν κα­τλογο αὐ­τό, ἔ­ρχεται νά συμπληρώ­σει ὁ δημοφιλής «­Μέγας Ἀ­λξα­νδρος καί ὁ κα­τα­ρα­μνος ὄ­φις», τό ἐ­πί­καιρο «­Δρά­μα τοῦ Ἀ­θα­να­σπουλου», ἀλλά καί δο πό τά πα­λιτερα ἔ­ργα τοῦ ἑλληνικοῦ δρα­μα­τολογου, Ἡ «­Γενοβέφα» καί τό ἔ­ργο Ὁ ουστινιανός καί ἡ τύ­φλωση τοῦ στρα­τηγοῦ Βελισριου».

Μελετώντας τόν πα­ρα­πνω κα­τλογο ἔ­ργων, μπορεῖ κα­νες ν’ νιχνεύ­σει τά πρτυπα τοῦ Στεμνιτσιώ­τη κα­ρα­γκιοζοπαί­κτη: πα­ρα­στσεις τοῦ δα­σκάλου του . Μόλλα, ἀλλά καί κυρως Πελοποννσιων συνα­δέλφων του (Βα­σλαρου, Μνου κ.ἄ.), λαϊκά φυλλδιατ ῆς ἐ­ποχῆς φυλλδια μέ στορες Καρα­γκιζη, πα­ρα­στσεις Θετρου καί Φα­σουλῆ, προβολές κινημα­τογρα­φικῶν ἔ­ργων καί τρα­γουδιῶν τῆς ἐ­ποχς, στοιχεῖα τῆς ἐ­πικαιρτητας καί γεγοντα τῆς κα­θημερινῆς ζωῆς τῶν χωρικν. Τά τελευταα μλιστα τά ἐ­κμαίευε μέ διαί­τερη μαεστρία, κολουθώντας τήν πγια τα­κτική τῶν ἐ­παγγελμα­τιῶν κα­ρα­γκιοζοπαικτν: κερνώντας δηλα­δή τος ντπιους στό κα­φενεῖο τοῦ χωριοῦ καί συζητντας τχα ἀνμελα, ἀλλά στήν πρα­γμα­τικτητα μα­θαί­νοντας τά νέα τοῦ τπου. Τό ἴ­διο κιλας βρδυ ὁ μικρκοσμος τῶν σκιῶν του, πρός ἔ­κπληξη καί τέρψη τῶν θεα­τῶν, θά να­φερταν στά θμα­τα αὐ­τά.

Προκειμνου νά ζωντα­νέψουν ὅ­λα τά πα­ρα­πνω στό πα­ν, ὁ Λ. Κα­ρα­δήμα­ς, κα­τα­σκεα­σε μνος του περί­τεχνες φιγορες καί σκηνικά. Οἱ περίοδοι δημιουργίας του θά μποροσαν νά χωριστοῦν συμβα­τικά σέ δο. Κα­τά τήν πρώ­τη περίοδο, οἱ φιγορες του εἶ­ναι κα­τα­σκευα­σμνες ὡς ἐ­πτό πλεστον πό χα­ρτνι καί κποτε ζωγρα­φισμνες μνο τή μία πλευρά. Τά σκηνικά του εἶ­ναι χάρτινα, μεγλων δια­στσεων, ἐ­νῶ δέν λεί­πουν καί τά μικρτερων δια­στσεων φτια­γμνα από χα­ρτνι. Οἱ βρα­χίονες μέ τος ποους κινονται οἱ φιγορες εἶ­ναι εὐ­λύ­γιστο σύ­ρμα, καί συνθως εἶ­ναι στερεωμνοι μέ ττοιο τρπο ὥ­στε ὁ κα­ρα­γκιοζοπαί­κτης νά τς κινεῖ κτωθεν. Ἡ συνα­ρμολόγηση τῶν μελῶν κθε φιγού­ρας ἐ­πιτυγχνεται μᾶλλον μέ σπγκο, ἀλλά κάποτε καί μέ βί­δα καί πα­ξιμδι.

Κα­τά τή δεύ­τερη, πιό ἐ­ξελιγμνη περίοδο δημιουργίας τοῦ Λ. Καραδήμα, οἱ φιγορες κα­τα­σκευζονται πό δέρμα καί χρωμα­τί­ζονται μέ σινική μελάνη. Ἐ­ξαιρετικές εἶ­ναι καί οἱ σκα­λιστές φιγορες του χα­ρτνι μικτά ὑ­λικά (γιά πα­ρδειγμα χα­ρτνι καί δέρμα), τῶν ποων τά σκα­λί­σμα­τα κα­λύ­πτονται πό ζωγρα­φισμνο ὕ­φα­σμαχρωμα­τιστό χα­ρτ. Φαί­νεται μλιστα πς πειρα­μα­τί­ζεται καί μέ νέα ὑ­λικά, κα­θς δέ λεί­πουν καί φιγορες πλα­στικό. Οἱ βρα­χίονες κί­νησης τῶν φιγουρῶν εἶ­ναι πλέον ξύ­λινοι καί ἐ­φπτονται μέ αὐ­τές μσῳ τῆς περί­φημης σού­στα­ς, τοῦ ἐ­ξα­ρτμα­τος ἑλληνικῆς εὐ­ρεσιτεχνα­ς, ποἐ­πιτρπει πλέον στς φιγορες καί τήν ὄ­πισθεν κί­νηση, ἀλλά παιτεῖ τό δο ψεων ζωγρφισμά τους. Ἡ σύ­νδεση τῶν μελῶν τῆς φιγού­ρας γί­νεται κα­τά βάση μέ θηλυκωτά καψού­λια ὑ­ποδημτων, γνωστά ὡς «­τρούκ». Γιά τά σκηνικά καί τς ρεκλμες του ξιοποιεῖ εὑ­ρέως τό ὕ­φα­σμα. Στά δέ πρτυπα τῶν σκηνικῶν του, θά πρπει ἐ­κτός τῶν ντί­στοιχων σκηνικῶν συνα­δλφων του νά συμπεριληφθοῦν τσο κτρια καί φυσικές ὀ­μορφιές τῶν περιοχῶν ποἐπισκεπττα­ν, ὅ­σο καί ἁ­γιογρα­φες ἐκκλησιν. Τς τελευταες φαί­νεται πς τς ξιοποίησε ἰ­διαί­τερα στά ἔ­ργα μέ τά μυστηρια­κά μοτί­βα καί τς ναπα­ρα­στσεις τῆς Κλα­σης. Στό καλλιτεχνικό κομμτι τῆς πα­ρστα­σης, προκειμνου τό ποτλεσμα νά εἶ­ναι ἀρτιτερο, ἔ­ρχεται νά προστεθεῖ καί τό τεχνικό: μα­ζμέ τά λιτά ἐ­ργα­λεῖα, ἕ­να πλθος ὀ­πτικοα­κουστικῶν τεχνα­σμτων («ἐ­φφέ»). Εὑ­ρεσιτεχνες δηλα­δή ποχρησιμοποιονται κα­τά κρον στὸ Ἑλληνικό Θέα­τρο Κα­ρα­γκιζη δέν φνουν διφορο τόν Λ. Κα­ρα­δμα· ἐ­νδεικτικά, ἡ κθοδος τοῦ μπα­ρμπα-Γιώ­ργου πό τή στνη στήν πλη συμβολί­ζεται μέ τος ἤ­χους κουδουνιῶν κοπα­διοῦ. Οἱ μονομα­χες τῶν ρων γί­νονται ὑ­πό τος ἤ­χους μα­σιᾶς λλων σιδερικῶν ποχτυπιονται προκειμνου ν’ ποδώ­σουν μέ πειστικό τρπο μιά ξιφομα­χία, ἐ­νῶ τήν ἐ­μφνιση τοῦ δια­βόλου, τοῦ κα­τα­ρα­μνου Ὄ­φη καί τῶν λοιπῶν φα­ντα­σια­κῶν πλα­σμτων συνοδεουν προοικονομοῦν σφυρί­γμα­τα κα­λμια δια­φορετικῶν μεγεθν.

Ὡς πρός τήν ψη, τό χα­ρα­κτηριστικτερο τχνα­σμα εἶ­ναι αὐ­τό της – ὁλσωμης μή – «ἀποθέωσης», τῆς ζωντα­νῆς δηλα­δή να­πα­ρστα­σης τῆς πιό ἐ­ντυπωσια­κῆς σκηνῆς τοῦ ἔργου, ἡ ποία συνηθιζταν στά ρωικά ἔ­ργα. Ἔ­τσι, ὅταν τό πα­ντ ῆς σκηνῆς κα­τεβαί­νει, οἱ θεα­τές βλπουν τή σού­βλα τοῦ Ἀ­θα­νάσιου Δικου καί τή χα­ρτοννια φιγού­ρα του νά καί­γεται, ἐ­νῶ λί­γο μετά δέν  ἔ­χει μεί­νει πα­ρά μνο ὁ σκελετός του. Κτι ντί­στοιχο συμβαί­νει, ὅ­ταν τό πα­νκα­τεβαί­νει καί οἱ Σουλιώ­τισσες πφτουν πό τό Ζλογγο. Στήν ἴ­δια κα­τηγορία ἔ­ργων, τό αἷ­μα τῶν ρων ποπιτσιλάει μέ ὁρμή τή σκηνή δέν εἶ­ναι πα­ρά κόκκινη μπογιά, μέ τήν ποία βοηθός «­ρα­ντί­ζει» τό λευκό πα­ντήν κα­τάλληλη στιγμή. Στά ἴ­δια πλαί­σια, ὁ ποκεφα­λισμός ἀνθρώ­πων καί ζων γί­νεται ρεα­λιστικτερος μέ τή σύ­νδεση καί τα­χεία ἀποσύ­νδεση μελῶν τῆς φιγού­ρα­ς. Τλος ὁ Κα­ρα­γκιζης –­καί λλες χα­ρα­κτηριστικές φιγοῦρες μέ τή βοθεια ἑνός μεγλου κομμα­τιοῦ σπγκου κι μικροῦ λστιχου μπορεῖ ν’ νοιγοκλεί­νει τό στμα του, εὕ­ρημα ποδέ συνα­ντται πλέον στς μρες μα­ς, ἀλλά πού βεβαιωμνα χρησιμοποιοσαν τήν ἐ­ποχή ἐ­κεί­νη κάποιοι πό τος ὑ­πλοιπους μα­θητές τοῦ . Μόλλα, Πελοποννσιοι κι Ἀ­θηναῖοι κα­ρα­γκιοζοπαῖκτες.

Τό πλθος τῶν τεχνα­σμτων αὐ­τν, ἀλλά κυρως τῶν ἔ­ργων ποπα­ρουσα­ζε ὁ Λ. Κα­ρα­δμα­ς, τῆς ποικιλίας φιγουρῶν καί τεχνικν, τοῦ γλιου καί τῆς γωνίας ποπροκα­λοσε σέ μικρος καί μεγλους φί­λους τοῦ Κα­ρα­γκιόζη, ἐ­πσχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ποτελεῖ τή σημα­ντικτερη προσφορά του. Προσφορά ὄ­χι μνο στήν ψυχα­γωγία τῆς Στεμνί­τσας καί τῆς Ἀ­ρκα­δίας ν γνει, ποἐ­ξα­ργυρώ­θηκε μέ τή βιωσιμτητα τῆς πολυμελοῦς οἰ­κογνειας του, ἀλλά καί προσφορά στς σελί­δες τοῦ Ἑλληνικοῦ Θετρου Κα­ρα­γκιζη, ποἐμπλουτί­ζονται. Ἄν καί τήν τχνη τοῦ Λ. Κα­ρα­δμα συνχισε μνο γιά λί­γο καιρό μονα­χός του ὁ υἱός του Γιῶργος, ἡ γπη τῆς οἰ­κογνειας καί τῶν ἀλλοτινῶν θεα­τῶν του δια­τηρεῖ ζωντα­νές τς να­μνσεις τοῦ ἔ­ργου του. Τό Λαογρα­φικό Μουσεῖο τῆς Στεμνί­τσα­ς, μέ πρωτοβουλία τοῦ ζεύ­γους Σαβ­βοπούλου καί γενναιδωρη προσφορά τῆς οἰ­κογνειας τοῦ κα­ρα­γκιοζοπαί­κτη, πα­ρουσιζει σμερα μσα ἀπό τς φιγορες, τά σκηνικά καί τς ρεκλμες

ΑΝΘΗ Γ. ΧΟΤΖΑΚΟΓΛΟΥ
Από το περιοδικό «Διοτίμα» Τεύχος 2
10/03/2006

 

 

 
© 2024 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.