WELCOME

Ποτάμια της Αρκαδίας . Δαφνών –  Βρασιότης –  Τάνος – Αλφειός –  Ελισσώνας –  Λούσιος –  Ερύμανθος –  Λάδων ( Ρουφιάς) .

Τα Γκαντζόνια - Λαική Παράδοση Print

Τα γκαντζιόνια ερχόνται απάνου στη γης την παραμονή του Χριστού που μπαίνουν τα δωδεκαήμερα τσιαι καθόνται ίσιαμε την Πρωτάγιαση που θ’ αγιάσει ο παπάς.

Ούλον τον άλλον τσιαιρό είνιαι από κάτου από τη γης τσιαι με κάτι μικρούλια τσεκούρια παλεύουνε να κόψουνε ένα θερίο δέντρο που την βαστάει για να μην πέσει. Θέλουνε να κόψουνε το δέντρο, να πέσει στο χάος η γης, να γκρεμιστεί τσιαι να χαλάσει ο κόσμος. Κόβουνε, κόβουνε ούλον το χρόνο γιούρω-γιούρω, όσο που μένει πλια άκοπο στη μέση μια στάλα, ίσιαμε μια τριχούλα. Τότε τ’ απαρατάνε – δεν το κόβουνε ούλο γιατί φοβάνται μην τα πλακώσει απουκάτου άμα θα πέφτει –τσιαι λένε: «Πάμετε να φύγουμε τώρα. Θα φυσήξει ο αέρας απέ θα το γκρεμίσει»

Αλλά το δέντρο ούλο το δωδεκαήμερο που λείπουν αυτά, θρέφει πάλε τσιαι μόλις ματακατεβούνε κάτου στη γης, πάνε, τηράνε το βρίσκουνε θερίο τσι’ ακόμα χοντρύτερο απ’ ό,τι τα’ αφήκανε. Του ξαναπέφτουνε, λοιπόν, κοντά πάλε με τα τσεκούρια τους –τοίγαρις είναι τσιαι μεγάλα λαχτάρα τους, έτσι σαν κατσουλάτσια είνιαι, μια αμουτσιά, τη δύναμη να’ χουνε –τσι’ ούλον το χρόνο παλεύουνε, είδες που λέει «σαν τα γκατζιόνια», να το κόψουνε από την αρχή πάλε.

Μόλις περάσουν οι δώδεκα ημέρες που καθόνται ση γης τσιαι πειράζουν τους ανθρώπους, ας ειπούμε –μολογάγανε- κατουράνε σα βαγένια, σα βαρέλια είδες που ηφέρναμε ετσείν΄τα χρόνια νερό από τη βρύση, μαγαρίζουνε σ’ αλεύρι, ε, τέτοια κάνουνε, μόλις λοιπόν περάσει το δωδεκάημερο τ’ απαρατάνε πλια ούλα τσιαι την Πρωτάγιαση άραα … όπου φύγει, φύγει. Λακάνε να χωθούνε απουκάτου ση γης, γιατί στσιάζονται μην τα προλάβει ο παπάς που αγιάζει. Τσιαι λένε από το φόβο τους:
«Φεύγατε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
να μας κάνει τσάγια τσάγια
να μας ρίξει στα λαγκάδια»

Καμπόσοι το λένε τσι’ αλλιώς. Ετσεί που λέει «να μας κάνει τσάγια τσάγια,  να μας ρίξει στα λαγκάδια» λένε: «ν’ αγιάσει τον κ..λο μας τσιαι την κ..λοτρουπίδα μας». Ε, αλλά τούτο –για να λέμε τσιαι τη μαύρη αλήθεια- δεν είναι τόσο καλό, αλλ’ αφού το λένε, να το ειπούμε τσι΄ εμείς, δεν πειράζει.

Οι γεροπαλαιοί, μολογάγανε, τα λέπανε. Ερχόσανε τσιαι εκαθόσανε ση σαχτοθουρίδα τσιαι ηφέρνανε γιούρω τη γωνιά σα δαιμόνια- όξω από το σπίτι τσιαι από κοντά μας. Ο νοικοτσύρης για να τα διώξει έπαιρνε ένα δαυλί αναμμένο τα τσυνήγαγε τσιαι τσείνα εχανόσανε??

Ο γερο Τανάλιας, μολόγαγε, τα είχε ειδωμένα η γιαγιά του που καθόσανε ση γωνιά τσιαι ξεθρακουνάγανε τη σάχτη. Ησανε, έλεγε, έτσι σαν κατσουλάτσια τσι’ είχανε ένα ποδαράτσι ανθρωπινό τσι’ ένα γαϊδουρινό. Η  γιαγιά του πήρε τη μάσια τσι’ ετσείνα γκατρζελώσανε απού μέσα σο τζιάτσι τσιαι χαθήκανε, φύγανε από το φουγάρο.

Άλλη μια ράτα, μολογάγανε, τσιίνησε ένας, έτσι σαν τώρα τα δωδεκαήμερα, από ‘να ξένο χωριό, από του Μποντιά ας ειπούμε, να ΄ρθει ση Καντύλα, ν’αλέσει σους μύλους. Είχε τότες η Καντύλα  μύλους σωρό, μην τηράς τώρα που ρημάξανε σιαπάνου ούλοι.

Ήρθε λοιπόν, αλλά ηύρε πλάκωση σο μύλο τσι’ όσο ν’ αλέσει νύχτωσε. Τι  να κάμει τώρα, που να μείνει, «θα φύγω», λέει. Φόρτωσε λοιπόν τσιαι μπροστά το μουλάρι, πίσω ετσείνος, τσίνησε.

Είχε προχωρημένα  νύχτα για καλά. Σιακάτου που πήγαινε, σο Μετόχι ας ειπούμε, του πέσανε κοντά τα γκατζιόνια. Αυτός, τον φάγανε τα φίδια, τα κατάλαβε. Τι να κάμει τώρα? Δίνει ένα σάλτο τσι’ αναβαίνει ανάμεσα σα δυο πλευρά το άλεσμα, απανωγόμι. Κουκουλόθητσιε καλά, εκουβαριάστη να μην τον λέπουνε τσιαι επήγαινε. Φαινότανε σα πλευρό που το βάνουμε είδες, απανωγόμι.

Τα γκατζιόνια –δεν είναι τσιαι πολύ έξυπνα ως φαίνεσται- τον εχάσανε. Ερχόσανε γιούρω, γιούρω το μουλάρι, ψάγνανε, πουθενά ο άνθρωπος. Πηγαίνανε παρά πίσω, ξαναγυρίζανε, τηράγανε, ξαστεριά. Το μουλάρι πήγαινε μοναχό του με δυό πλευρά άλεσμα τσιαι ένα απανωγόμι. Απέ λέγανε ‘τσει που ΄ρχόσανε τρογιούρω: «Να το’να πλευρό, να τα’ άλλο, να τσιαι τα’ απανωγόμι. Τσείνος ο κερατάς που είναι»?? Βίραα, πουλάλα πάλε πίσω ίσιαμε το μύλο. Τίποτα. Γυρίζανε πάλε σο μουλάρι τα ίδια πάλε: : «Να το’να πλευρό, να τα’ άλλο, να τσιαι τα’ απανωγόμι. Τσείνος ο κερατάς που είναι»??
Τον παιδέψανε όσο που έφτασε σο σπίτι του. Αλλά από το φόβο του, λένε, πέθανε.
Τ’ ακούς΄? Τ’ ακώ να λες, παιδάτσι μου. Τώρα αλήθεια, ψέματα, ξέρω’ γω? Μια φορά το λέγανε αυτό οι παλαιοί.
Γι’ αυτό τα δωδεκάημερα δεν αλέθουνε, ούτε βαφτίζουνε, ούτε παντρευόνται, ούτε βάνουνε αλυσίβα για πλύσιμο από γκαντζιονόσαχτη, ούτε λουζόνται. Λουζόνται την παραμονή του Χριστού τσιαι ξανά πάλε την παραμονή της Πρωτάγιασης, σις 4 Γενάρη το βράδυ, για να διώξουνε τις γκατζιονόψειρες τσιαι να είναι καθαροί για να φιλήσουνε το Σταυρό την άλλη μέρα τσιαι να αγιαστούνε.

Για να μην πηγαίνουνε τα γκατζιόνια τσιαι κατουράνε σα βαγένια τσιαι σα βαρέλια του νερού τους βάνουνε απάνου μια φούντα σφαραγγουνιά (που κάνει τα σφαράτζια) να τρουπιώνται τσαι να μη ζυγώνουνε.
Σφαραγγουνιά βάνουναι τσιαι οι τσιοπάνηδες σα μαντριά τους να μην μπαίνουνε μέσα τα γκατζιόνια.
Τη γκατζιονόσαχτη που μαζεύουμε τα δωδεκαήμερα από το τζιάτσι, από τη φωτιά, τη φυλάμε σ’ ένα ντενεκέ ή ό,τι τσιαι την αυγή της Πρωτάγιασης τη ρίνουμε σα κλαρικά. Είναι καλό,  λέει, για τον περονόσπορο για την κάμπα, ξέρω ΄γω? Έτσι το ηύραμε έτσι το κάνουμε. Την Πρωτάγιαση  τσιαίμε τις σφαραγγουνιές που βάνουμε σα βαγένια, σα βαρέλια, σα μαντριά. Τις τσιαίμε αυτές όξω από το σπίτι.

Ο γεροπαπα-Λαυρέντιος, που ναι γουστόδιος, λέει τσιαι άλλη μια ιστορία με τα γκατζιόνια. Ερχότανε μια γυναίκα νέα τσιαι μοναχή από τη Βόχα, ας ειπούμε, τσιαι νύχτωσε σο Καρτέρι, τσιαι ακόμα κάτου. Σο διάσελο να τσιαι τα γκατζιόνια? Τι να κάμει τώρα: Θέλα την φορτωθούνε. Γδένεται καρκάσελα όπως την έκαμε η  μάνα της, κρύωνε τσιόλας αλλά τι να’ κανε, βάνει τα σκουτιά της σο ταγάρι τσιαι πήγαινε.

Τη φτάσανε τα γκατζιόνια, τη βάλανε ση μέση, την τηράγανε από δω, την τηράγανε από τσει, παραξενευόσανε. Πετάγεται ένας γκάτζιονας τσιαι λέει τ’ αλλουνού:
«Γκάτζιος είσαι
γκάτζιος είμαι
τέτοιο γκάτζιονα δεν είδα
κάτου κάτου μαλλιαράτος
τσι’ απουπάνου αρχι..τος».

Τ’ αστήθια της γυναίκας ο γκάτζιονας, μεριά από φόβο, μεριά από σαστιμάρα, τα ‘λεπε ….άλλα πράματα. Η γυναίκα δε μίλησε μιλιά. Έτσι φοβηθήκανε τα γκατζιόνια που είδανε τέτοιο μεγάλο γκάτζιονα, την απαρατήκανε τσιαι γλύτωσε η γυναικούλα.

Επεξηγήσεις:
Α-Γκατζιόνια, λέγονται στην Κανδύλα οι Καλλικάντζαροι.
Β-Η ιστορία με αυτόν (ή αυτήν σε άλλες παραλλαγές) που πήγε στο Μύλο να αλέσει και στο δρόμο την … παρενόχλησαν τα γκατζιόνια είναι «κλασσικό» καντυλιώτικο παραμύθι των Χριστουγέννων. Το ακούγαμε κάθε χρόνο, με το ίδιο πάντα ενδιαφέρον από τη γιαγιά μας. Στη δική της εκδοχή, η πρωταγωνίστρια ήταν γυναίκα, από το Λεβίδι και υπήρχε αίσιον τέλος, δεδομένου ότι λάλησε ο κόκορας, τα γκαντζιόνια κατάλαβαν ότι ξημέρωνε και έτρεξαν να κρυφτούν.
Γ-Το ύφος του άρθρου είναι σε αφηγηματικό λόγο, με την προφορά των παλαιότερων Κανδυλαίων (το και και γενικώς το κάπα προφέρεται τσιαι, το σίγμα και τα σύμφωνα αρκετά έντονα), ενώ υπάρχουν αρκετοί ιδιωματισμοί:
Αμουτσιά: Μπουκιά
Απανωγόμι: Το σακί, που έχει φορτωθεί ανάμεσα στα δύο άλλα (δεξιά και αριστερά)
Γκαρτζελώνω: Σκαρφαλώνω
Καρκάσελα, καρκασέλι: Τσίτσιδος, ολόγυμνος
Μολογάω: Εξιστορώ
Μποντιά: Το χωριό Παλαιόπυργος
Πλευρό: Το σακί, το φόρτωμα
Ράτα: Μια ράτα, μια φορά
Σαχτοθουρίδα: Πίσω μέρος του τζακιού όπου μάζευαν τη στάχτη
Σιαπάνου: Τοπικό επίρρημα Ίσια Επάνω, εκεί πάνω, στον ανήφορο
Tοίγαρις: Mήπως
Φορτώνομαι: Ενοχλώ φορτικά

Σημείωση: Το άρθρο είναι του Δημ. Λαρδίκου (σύμφωνα με σημείωση του οποίου προέρχεται από καταγραφή που έκανε στην Καντύλα το 12ήμερο του 1969). Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Τα Κανδυλιώτικα»,  Έτος 5ο, Αριθμός Φύλλου 14, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997.

Αντιγραφή  και σχόλια-επεξηγήσεις: Χριστίνα Β. Οικονομοπούλου

 

 

 

 

 

 

 
© 2021 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.