WELCOME

Και ξαφνικά μπήκαν στον κύκλο οι Μαντινιείς. Κατόπιν σηκώθηκαν και μερικοί άλλοι από τους Αρκάδες, οι οποίοι αφού εξοπλίσθηκαν όσο μπορούσαν καλύτερα βάδιζαν με ρυθμό.
Ξενοφών

Τα Άλογα της Αρκαδίας Print

Έλεγαν οι παλιοί, ότι σ’ αυτή τη γη γεννήθηκε πρώτος ο Πελασγός. Πως όμως θα ήταν άρχοντας της χώρας αν δεν υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι που πάνω τους θα ηγεμόνευε? Πως θα ξεχώριζε για την ομορφιά του, το μπόι του, τη δύναμη του, αν δεν υπήρχαν άσχημοι, κοντοί κι αδύναμοι? Πως θα έμενε ονομαστός για τη σύνεση του, χωρίς ελαφρόμυαλους κι αράθυμους? Μάλλον οι κάτοικοι τον δέχτηκαν για πρώτο βασιλιά τους, γιατί άκρη δεν έβρισκαν με τους πολλούς θεούς, γιατί κουράστηκαν να φτιάχνουνε ναούς, βωμούς και ξόανα, να θυσιάζουν κάθε τόσο τα λιγοστά μοσχάρια τους, τα τρυφερά αρνάκια και κοτόπουλα.

Αντίθεο τον είπαν και τον άφησαν, να τα βγάλει πέρα αυτός με τους θεούς και για να τον γλυκάνουν, του σκάρωσαν κι ένα τραγούδι. Μωροφιλόδοξος αυτός, όπως όλοι οι άρχοντες, σιγά σιγά το πίστεψε, ότι σ’ αυτά τα όρη τα ψηλόκορφα τον γέννησε η ίδια η μάνα γη, ώστε να φτιάξει το γένος των θνητών.

Έτσι η προκοπή τους έγινε έγνοια του κι η καλυτέρεψή τους. Άρχισε να χτίζει πέτρινες καλύβες, να μη βρέχονται, και ρούχα από των γουρουνιών το δέρμα να τους ράβει, για να μην κρυώνουν. Ξεχώρισε τις πιο καλές βελανιδιές, του Πελασγού τα δέντρα, τις κλάδεψε, τις καθάρισε από τους κισσούς και μόνο από αυτές τους έλεγε να τρώνε βελανίδια, γιατί έχουνε γλυκό και μαλακό καρπό.

Τότε αρχίσαν και κατέβαιναν απ’ τα βουνά για λίγο το χειμώνα, μες στις καλύβες έμεναν, φορούσαν και τα ρούχα, έπιναν με τον Πελασγό, πιάναν και το τραγούδι. Μα μόλις άνοιγε ο καιρός έπαιρναν τον ανήφορο, στα όρη πάλι γύριζαν, στα δροσερά τα δάση, που είναι ο αέρας ελαφρύς και άρχοντας δεν τους έβλεπε.

Τα ίδια έκαναν και τα παιδιά του Πελασγού, τα εγγόνια του και τα δισέγγονά του, όλοι οι άρχοντες του τόπου. Φρόντιζαν για το καλό των ανθρώπων, κατεύναζαν το θυμό των θεών, ικανοποιούσαν τις ιδιοτροπίες τους και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.

Όταν όμως άρχοντας έγινε ο Αρκάς, ο πιο φιλόδοξος απ’ όλους, τους έμπλεξε σε περιπέτειες με τα σχ’εδια του, γιατί έλεγε και έκανε πολλά, άλλα ωραία κι άλλα δύσκολα, ταξίδευε και έβλεπε και ήθελε η χώρα του να γίνει σαν τις άλλες, ενώ αυτοί του λέγανε πως μια χαρά περνάνε και δεν τους ένοιαζε τι έκαναν οι άλλοι. Αυτός ήταν που έφερε στην χώρα τον ήμερο καρπό. Τους έδειξε πώς να τον χώνουν τρία δάχτυλα στη γή, όταν αρχίζουν οι βροχές, και μετά να περιμένουν να φυτρώσει, να φυλλώσει το χειμώνα, την άνοιξη να βγάλει μάτσο τα βλαστάρια, που το καθένα στην κορφή του φτιάχνει ένα στάχυ με είκοσι καρπούς. Σαν καλοκαίριαζε και όλο το φυτό κιτρίνιζε, το θέριζαν, το μάζευαν σε αγκαλιές, ξεχώριζαν τα στάχυα, τα έτριβαν και βάζανε τον καθαρό καρπό στην άκρη. Κάθε που πεινούσαν, έπαιρναν δυό χούφτες και τον βαράγανε πολύ, μέχρι να γίνει σκόνη, ρίχναν τη σκόνη και νερό μέσα σε μια γαβάθα, ανακάτευαν καλά και φτιάχναν πίτες, που τις έψηναν πάνω σε μια πέτρα στην άκρη της φωτιάς. Έτσι, έτρωγαν όλοι και χορταίνανε, άσε που περίσσευε η καλαμιά να φάνε και τα ζωντανά. Όταν μάλιστα παντρεύτηκε ο Αρκάς τη νύφη Ερατώ, του Πάνα φιλενάδα, και είχε άπειρη την εύνοια του θεού για το βασίλειο του, έτρωγαν και γλεντούσαν και πέρναγαν καλά και τίποτα δεν τους έλειπε, οι δε γειτόνοι απορούσαν, πως τα καταφέρναν και κάθε τόσο είχαν χαρές και πανηγύρια.

Οι Αρκάδες όμως ήταν λαός τεμπέλικος και κακομαθημένος και κάποτε βαρέθηκαν να σκάβουν για να σπείρουν. Και όταν πήγε ο άρχοντας, ένας απόγονος του Αρκά, του το είπαν καθαρά, ότι καλό είν’ το ψωμί και το σιτάρι, αλλά κουράζονται να ξύνουνε τη γη με ξύλα, για να χώσουνε το σπόρο. Πέρσι μάλιστα, που το φθινόπωρο είχε λιγοστές βροχές, το χώμα ήτανε τόσο σκληρό που μάτωναν τα χέρια τους. Έτσι παρατήσαν τα πιο πολλά χωράφια άσπαρτα και ο καρπός που μάζεψαν ούτε για τους ίδιους φτάνει τώρα, μήτε και περισσεύει για τη Δήμητρα. Πρέπει λοιπόν να πάει στη θεά για να λογαριαστεί, στην ανάγκη δίνοντάς της το σιτάρι το δικό του, γιατί αυτοί δεν έχουνε σπυρί.

Τότε ο άρχοντας ξεκίνησε και πήγε γονατιστός στη Δήμητρα, γυρεύοντας μεγάλες χάρες : αχ Δήμητρα μου, τυχεροί είστε οι θεοί, γιατί δεν έχετε τα βάσανα και τις σκοτούρες των αρχόντων. Αν οι άνθρωποι δεν θυσιάσουν στον καθένα σας το κεκανονισμένο, ρίχνετε μια αστραπή, μια ξηρασία, μια φάουσα ενδεχομένως, και έρχονται γονυπετείς για να τους λυπηθείτε. Εμείς όμως οι άρχοντες πρέπει να πληρώνουμε μια ολόκληρη στρατιά από φοροεισπράκτορες, χαφιέδες και γραμματικούς, ακόμα και να δωροδοκούμε κάποιους, να αλλάζουν τα μυαλά των υπολοίπων. Τι νομίζεις ότι περισσεύει?

Δεν θέλουνε να σκάβουν, δεν έχουμε και βόδια αρκετά να βάλουμε να οργώνουν, γιατί τα βόδια θέλουν άχυρο πολύ, τρώνε έναν περίδρομο και μόνο μες στον κάμπο.

Αφού βόδια δεν έχετε, ούτε άροτρα, μήτε θέλουν να σκάβουν, σύρε στους Μυκηναίους και ζήτα άλογα ήμερα και άροτρα γερά, να οργώνετε τη γη, γιατί, εδώ που τα λέμε, κανένας πια δεν σκάβει με τα χέρια. Βλέπεις, τα δικά σας άλογα είναι τελείως άγρια, ποτέ δεν τους μιλήσατε, πουλάρι δε χαϊδέψατε, φοράδα γεννημένη δεν ταΐσατε χυλό από τη σκάφη. Έτσι, μόλις σας βλέπουν φεύγουνε και αν τα κυνηγήσετε τσακίζονται μες στις χαράδρες. Αυτά δεν κάνουν για δουλειά μήτε για τίποτα άλλο. Μόνο των Μυκηναίων τα άλογα είναι μια κάποια λύσις.

Και πώς να τους πληρώσω εγώ, κυρά μου, για τα άλογα και τα άροτρα, τους πλούσιους Αργίτες, που έχουν όλα τα καλά και δεν τους λείπει τίποτα? Τι να τους δώσω, βελανίδια? Αυτοί ούτε του Πελασγού δεν δίνουν πια στα ζώα τους, γιατί από φάγνα έχουνε σωρούς και για όλο το χρόνο, χορτάρι τροφαντό ένα μπόι και καλαμιές στο βάλτο πεντανόστιμες. Μόνο κρασί δεν έχουνε καλό και κάθε τόσο έρχονται στο Αρτεμίσιο, άλλοτε με δώρα και χαμόγελα κι άλλοτε με φοβέρες, στο δρόμο εκεί της Κλίμακας, ζητώντας έστω λίγο. Μα έχω αυτούς τους άχρηστους, τους Μελαγγίτες, δήθεν του Διονύσου ιερείς, που ολημερίς τα πίνουνε δίπλα στων Μελιαστών την κρήνη, άσπρο και κόκκινο κρασί, το καπνιστό το ξακουστό, απ’ τα σταφύλια εκείνα, που μόνα τους αλλάζουν χρώμα και από μαύρα γίνονται άσπρα ή από άσπρα μαύρα. Και πίνουνε το νέκταρ των θεών χωρίς φειδώ οι αχρείοι, το ονομαστό το μοσχοφίλερο, που οι Μυκηναίοι για ένα ασκί τριάντα άλογα θα έδιναν και άλλα τόσα άροτρα. Μα δεν μπορώ να δώσω στάλα από κρασί, ακόμα και τους πέντε αμφορείς που έστελνα κάθε χρονιά στον βασιλιά τον γείτονα, όπως κάνουν όλοι οι άρχοντες και δώρα ανταλλάσσουν, σταμάτησα να στέλνω, γιατί έβγαλαν διάτα οι μέθυσοι και λέν, πως ο Διόνυσος πολύ εθύμωσε, που το κρασί δεν πίνεται στον τόπο του, γιατί μέχρι να φτάσει στην Αργολίδα αλλοιώνεται και έτσι χαλάει η φήμη του, λές και κρυολογεί περνώντας το Αρτεμίσιο. Και κάθονται και πίνουνε οι Μελαγγίτες και τραγουδούν και ευωχούνται και δεν αφήνουν το κρασί παρά μόλις νυχτώσει και μαύρο πέσει το σκοτάδι, οπότε κυνηγάνε να βατέψουν όμορφα κοριτσόπουλα.

"
Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα Άλογα της Αρκαδίας» εκδόσεις Πόλις. Το βιβλίο έγραψε ο Κώστας Βούλγαρης που γεννήθηκε στα Δολιανά Αρκαδίας"

Α.Κ.Β   

 

     

 

 
© 2022 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.