WELCOME
"...Στα όρη τα ψηλόκορφα η μαύρη γη γεννάει ισόθεο τον Πελασγό, θνητών γένος να κάνει...”

Άσιος ο Σάμιος
Γάμος από ..Προξενιό Print

Οι Κανδυλαίοι, άνθρωποι αυθεντικοί με ταμπεραμέντο θερμό, συνήθιζαν να παντρεύονται από αίσθημα (Εγώ μια κόρη αγάπησα -κι άλλον κανείν δεν άκουσα μάηδε μάννα, μαηδέ πατέρα, μάηδε συγγενή κανένα).

Αυτές ήταν οι περιπτώσεις όπου όλα έβαιναν κατ' ευχήν, καθότι: "σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός,  τύφλα νάχει ο πεθερός". Σε ποιο δύσκολες περιπτώσεις, το "κλέψιμο" ήταν ένας τρόπος ακραίος μεν, αποτελεσματικός δε, για να φέρει τους δύστροπους γονείς προ τετελεσμένου γεγονότος, όταν κάθε άλλη προσπάθεια είχε αποτύχει.

Εδώ άνθρωποι λογικοί και ειρηνοποιοί, συνήθως πρόσωπα συγγενικά ή πρόσωπα με ξεχωριστή θέση και υπόληψη στην κοινωνία του χωριού, μεσολαβούσαν για να φιλιώσουν τα αντίπαλα μέρη. Με λίγη ή περισσότερη καλή θέληση και διαπραγματευτικό ατού τις λιγότερες απαιτήσεις στα προικώα, ο πατέρας της νύφης έδινε επιτέλους την ευχή του και γινόντουσαν σε στενό κύκλο και συνήθως στο σπίτι τα στεφανώματα

Οι περισσότεροι όμως γάμοι γίνονταν από προξενιό. Ικανές προξενήτρες υπήρχαν αρκετές και θέση εκλεκτή ανάμεσά τους κατείχε η γιαγιά μου η Χριστίνα Παντολέοντος-Οικονομοπούλου, ικανή "να παντρέψει και το Δεσπότη". Στη γιαγιά μου οφείλονται πολλά επιτυχημένα ζευγαρώματα, που δημιούργησαν αγαπημένα ζευγάρια και όμορφες οικογένειες. Εξάλλου η αμοιβή της, ήταν μόνο ηθική ικανοποίηση και η μόνη απαίτηση που είχε "να με συχωράς".  Η ίδια επίσης δεν παρέλειπε να αναφέρει τα λόγια ενός "πνεματικού" στον οποίο κάποτε ξομολογήθηκε "κάθε προξενιό πούκανες, είναι σαν νάχτισες μια εκκλησιά".

Με την εξυπνάδα και την ικανότητά της να ψυχολογεί τους ανθρώπους επέλεγε την υποψήφια νύφη (ή γαμπρό αναλόγως) και με την ιδιαίτερη πειθώ της έφερνε σε επαφή τα δύο "αντίπαλα στρατόπεδα".

Η κάθε περίπτωση, το κάθε συμπεθέριασμα έπρεπε να αντιμετωπισθεί ξεχωριστά. Υπήρχαν οι δύσκολοι(ες) "τα ψιλάχιουρα για το μουντζούρη τάχαμε" ή "κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες", συνήθη σχόλια για τον γαμπρό ή τη νύφη ανάλογα, που υστερούσε  σε προσδοκίες. Κι εδώ έπρεπε να επικαλεσθεί διάφορα επιχειρήματα, είτε τις χάρες του ατόμου που τόσο εύκολα απέρριπταν, είτε τα προικώα του που αντιστάθμιζαν τις ελλείψεις, είτε συνηθέστερα τις αρετές του έγγαμου βίου, σε μια κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που η μόνη αποστολή της γυναίκας ήταν "ν' ανοίξει σπίτι" και οι ανύπαντροι άντρες μετά από κάποια ηλικία, αντιμετωπίζονταν ως περιθωριακοί.

Άλλες φορές, ο γαμπρός συνήθως - οι γυναίκες πάντα είχαν λιγότερες απαιτήσεις εκτός ελαχίστων περιπτώσεων κοριτσιών από μεγάλα τζάκια και νοικοκυρόσπιτα που μπορούσαν να διαλέγουν - είχε κάποιο σωματικό κουσούρι, ήταν μεγάλος στην ηλικία ή χήρος με παιδιά.

Παροιμιώδης η ετοιμολογία της γιαγιάς μου, "παροιμιώδη" και τα επιχειρήματα για κάθε περίπτωση: "μην τηράς την αρίδα μου τη στραβή, τήρα την τύχη μου την ίσια", " μακάρι από γεράματα να πάει" (συντάξεις δεν προβλέπονταν τότε για τις χήρες) ή "η πρώτη δούλα και η δεύτερη κυρά".

Το "παπούτσι από τον τόπο σου" πρώτο στην ημερήσια διάταξη και το "συμπεθεριό και το τσουκάλι θέλει ανάγκαση μεγάλη", βασικός κανόνας.

Τα προσόντα της νύφης: "κοίτα μάννα πάρε κόρη" και "πάρε άνθρωπο από σόϊ και σκυλί από μαντρί" ωστόσο μερικά στρέμματα στη Στούπα ή την Κοδέλα βοηθούσαν αποτελεσματικά στην ευόδωση του προξενιού.

Το προξενιό είχε το δικό του πρωτόκολλο, τους κανόνες του, τον κατάλληλο χρόνο "καιρούς παιδιά, καιρούς πανιά, καιρούς στα πανηγύρια",  τις προλήψεις του. Έπρεπε να διεκπεραιωθεί με άκρα μυστικότητα. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν μικρά παιδιά ως εκατέρωθεν μαντατοφόροι - ακόμη κι εγώ έχω να θυμηθώ μια τέτοια ιστορία στη δεκαετία του 70 - , για να μην κινήσουν τις υποψίες των συγχωριανών, έπρεπε να παρευρίσκεται μονός αριθμός ατόμων, αν χυνόταν κρασί ήταν ένδειξη καλή κλπ.

Η επιτυχία των διαπραγματεύσεων, στις οποίες ωστόσο η παρουσία των μελλονύμφων δεν ήταν απαραίτητη, σφραγίζονταν με το "τσούγκρισμα των ποτηριών" και ενδεχομένως κάποιες τουφεκιές.

Σε κάποιες περιπτώσεις, τα παιδιά "τα είχαν βρει" και το προξενιό ήταν το πρόσχημα για να προσεγγισθούν οι δύο πλευρές και να νομιμοποιηθεί η ένωση σε μια κλειστή κοινωνία με αυστηρά ήθη και έθιμα.

Ακολουθούσαν οι αρραβώνες περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτοί ανάλογα με το βαλάντιο των μελλονύμφων, και ορίζονταν η ημερομηνία του γάμου. Φυσικά δεν έλλειπαν οι περιπτώσεις  όπου ο αρραβώνας γινόταν μόνο με τη νύφη και τους συγγενείς ο δε γαμπρός βρισκόταν στο εξωτερικό, μετανάστης, απ' όπου δια αλληλογραφίας είχε δώσει τη συγκατάθεσή του η δε νύφη έλεγε το ναι ονειρευόμενη μια καλύτερη ζωή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή στο νότιο ημισφαίριο.

Εάν η περίοδος της μνηστείας συνέπιπτε με το Πάσχα, τότε ο γαμπρός έπρεπε να στείλει στην αρραβωνιαστικιά του, το λεγόμενο "κανίσκι". Το "κανίσκι" περιλάμβανε φόρεμα, παπούτσια, λαμπάδα, ζυμωτή κουλούρα με κόκκινα αυγά και ένα αρνί. Η κοπέλα έπρεπε να φορέσει τα καινούργια ρούχα και παπούτσια τη νύχτα της Ανάστασης όπου πήγαινε στην εκκλησία για να ανάψει τη λαμπάδα.

Οι προετοιμασίες του γάμου διαρκούσαν αρκετές μέρες. Προηγείτο η τελετή των προικιών. Δηλαδή η επίδειξη κατ' αρχήν των κεντητών, ασπρορούχων και γενικότερα οικιακού εξοπλισμού και η μεταφορά τους στη συνέχεια στο σπίτι του γαμπρού. Τα προικιά ήταν μια ευκαιρία να δείξει η νύφη τις ικανότητές της και την αξιοσύνη της, ήταν δε μια τελετή περισσότερο για γυναίκες.

Τόσο οι ηλικιωμένες (γιαγιάδες, θειάδες) όσο και οι νεώτερες, όλες οι νιές του χωριού έπαιρναν πρόσκληση, καθότι εδώ ισχύει το "συμπέθερος ακάλεστος γαϊδούρι κουρεμένο". Για τα καλέσματα στέλνονταν ζαχαράτα και γαρύφαλλα (μπαχαρικά), εξ' ου και η έκφραση "γαρύφαλλα θα σου στείλουμε για νάρθεις".

Εάν ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, τα προικιά φορτωνόντουσαν είτε την προηγούμενη Κυριακή είτε την Πέμπτη, ενώ στην περίπτωση που  ο γαμπρός ήταν από το ίδιο χωριό γινόντουσαν είτε το Σάββατο είτε την Κυριακή το πρωί (οι γάμοι συνήθως γίνονταν Κυριακή απόγευμα).

Η σάλα του σπιτιού στολίζονταν και γύρω-γύρω απλώνονταν τα υφαντά, τα κεντητά, τα πλεκτά και γενικά τα ασπρόρουχα. Τα χαλιά και τα ταϊστά απλώνονταν στους τοίχους ενώ κεντρική θέση στην όλη σύνθεση είχε ο "γιούκος", δηλαδή η στοίβα με τα υφαντά. Οι κοπέλες κατέφθαναν στολισμένες, κρατώντας τα δώρα για το γάμο. Στις παρευρισκόμενες προσφέρονταν γλυκά: ζαχαράτα, δίπλες (για να διπλώσουν οι χαρές), κουραμπιέδες κλπ, ανάλογα φυσικά με την εποχή.

Οι ηλικιωμένες τραγουδούσαν:
ποιος τα κένταγε - και τα γεργένταγε
εγώ κι ατούλα μου - και η αδελφούλα μου
εγώ κι ατούλα μου - και η μανούλα μου.

Βέβαια το εν λόγω άσμα ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, όταν όλος ο ρουχισμός του σπιτιού ήταν έργο της μελλόνυμφης και της μητέρας της. Εδώ και πολλά χρόνια δυστυχώς ο ελεύθερος χρόνος των κοριτσιών που διατίθεται για κέντημα είναι περιορισμένος όχι μόνο γιατί επενδύεται σε πνευματική καλλιέργεια αλλά και γιατί η τηλεόραση με τις σαπουνόπερες δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ρίζες και ανεβατό. Έτσι παρότι το έθιμο εξακολουθεί να διατηρείται παρατηρεί κανείς μια "ποιοτική" υποβάθμιση των εκθεμάτων και τα περισσότερα είναι made in Hong-Kong, ενώ λείπουν τα ταϊστά, τα κεντητά χαλιά, τα προσκέφαλα, οι πάντες κλπ.

Συγκινητικό το τραγούδι που έλεγαν οι πρεσβύτερες την ώρα που τα προικιά έμπαιναν στο μπαούλο:
Βενέτικιά μου κλειδωνιά - κι ολόχρυση κασέλα
η κόρη που σε χαίρεται - με μάννα και πατέρα
ευχήσου με μανούλα μου - που βάζω τα προικιά μου
με την ευχή μου κόρη μου - να ζήσεις να γεράσεις
να κάνεις γιους γραμματικούς - και δυχατέρες πλούσιες
να περπατούν να χαίρονται -κι εσύ να καμαρώνεις.

Με το γέμισμα του μπαούλου ακολουθούσε η διαδικασία του "φορτώματος" σε άλογα παλαιότερα και σε αγροτικά σε πιο σύγχρονες εποχές. Εικόνες Αγίων και γλάστρες με βασιλικό προηγούνταν της οικοσκευής. Η πομπή ξεκινούσε με τραγούδια για τη μεταφορά.

Στην σπίτι του γαμπρού τα προικιά υποδέχονταν με τουφεκιές και γλέντια. Συχνά στο ξεφόρτωμα πετούσαν μαξιλάρια στη στέγη. Η μητέρα του γαμπρού κερνούσε κρασί, μεζέ και γλυκά τα παλικάρια που μετέφεραν τα προικιά.

Με το φόρτωμα των προικιών έμπαιναν στην τελική ευθεία για το μυστήριο του γάμου. Όλοι συγγενείς και φίλοι στο πόδι, καθότι δεν γίνεται "ν' αφήσουμε το γάμο να πάμε για πουρνάρια". Πολλές οι λεπτομέρειες και το πρωτόκολλο. Το τραπέζι, ο στολισμός της νύφης, τα καλέσματα του κουμπάρου, ο πηγαιμός στην εκκλησιά, το προσκύνημα της νύφης στο σπίτι των πεθερικών, ο χορός στ' αλώνι, το γλέντι, το κουπάρι, τα πιστρόφια, αποτελούν αντικείμενα για ξεχωριστές πραγματείες και όταν η καθημερινή μου ενασχόληση με τα του χώρου της υγείας μου αφήσει λίγο ελεύθερο χρόνο, υπόσχομαι να επανέλθω με χαρά.

Προς το παρόν θα κλείσω με ένα από τα ωραιότερα γαμήλια τραγούδια...
νάχα νεράντζι νάριχνα
στο πέρα παραθύρι
να τσάκιζα το μαστραπά
πούχει το μόσχο μέσα
το μόσχο το βασιλικό και το μακεδονήσι
και μέσα η κόρη κάθεται κεντά χρυσό μαντήλι
το μαντηλάκι που κεντάς
σε μένα να το στείλεις
να μην το στείλεις μοναχό
παρά με την αγάπη

Στη μνήμη της γιαγιάς μου
Χριστίνα Β. Οικονομοπούλου

 

 
© 2021 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.