WELCOME
Αρκαδικό τοπίο μου υγρό…
Γόνιμο χώμα που στερήθηκε το σπόρο
Μήτρα ανθρώπων και θεών που αιμορραγεί
Λεύτερο αίμα που πληρώνει ακόμα φόρο
Ελένη Παπαδοπούλου
Αλφειός Print

Τα ορεινά αμπέλια του χωριού μου έκαναν καλό κρασί, τα περισσότερα είχαν την ίδια ποικιλία – Κολινιώτης. Η παραγωγή όμως δεν επαρκούσε στη ζήτηση, το χωριό τότε, όπως άλλωστε ολόκληρη η Αρκαδία, είχε κόσμο, έσφυζε από ζωή. Έτσι, ξεκινούσαν οι αγωγιάτες για τους δρόμους του κρασιού. Έπαιρναν τις παραγγελίες τους, φόρτωναν τ’ ασκιά στα μουλάρια τους και καβάλα στ’ άλογο τραβούσαν για τα φημισμένα κρασοχώρια.

 Το μουλάρι σε κουράζει στην ιππασία, σου βγάζει τ’ άντερα. Τ’ άλογο είναι ντελικάτο ζώο, λάγνο όπως ο άνθρωπος, περήφανο. Τον αναβάτη τον έχει στο φτερό, το κεφάλι του ψηλά να μυρίζει τον αέρα, στον καλπασμό ξεκούραστο, το ίδιο και στα τρία. Άτι το είπε ο Όμηρος για να του δώσει μάλλον αίσθηση ποιητική. Και να πέσεις από τ’ άλογο, αυτό θα σε φυλάξει, θα σταματήσει έγκαιρα μήπως και σε πατήσει, μήπως και σε πονέσει. Πολλά οφείλει ο πολιτισμός, η ανθρωπότητα σε τούτο το πανέμορφο ζώο.

Από την ορεινή Ηραία για τα κρασοχώρια ο δρόμος ήταν μακρύς, πήγαινε πέρα από το ποτάμι. Τότε η Νεμέα με το περίφημο Αγιωργίτικο  ήταν μακριά, ανάποδα. Το ίδιο και η Μαντινεία με το γνωστό της μοσχοφίλερο. Ο Κολινιώτης ήταν ποικιλία κοκκινόμαυρη, δυνατή, με πολλούς βαθμούς. Οι κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής μας αποζητούσαν δυνατό κρασί. Ανάλογα κρασιά είχε η περιοχή της ορεινής Ολυμπίας, το Μάζι, η Μούντριζα, τ’ Άσπρα Σπίτια, το Τζάχα. Σήμερα τα λέμε διαφορετικά, Σκυλουντία, Καλλιθέα κτλ. Όλα αυτά, πέρα από το ποτάμι, τον Αλφειό.

Ο παππούς μου είχε πολυμελή οικογένεια, κύρια του ασχολία η κτηνοτροφία και η γεωργία. Την έθρεψε καλά, από το χάραμα στη δύση, όχι όπως σήμερα με τα 35ωρα. Όλη η οικογένεια στο πόδι πρίν χαράξει ο ήλιος. Όσο να κάνει τσάρ ο τραχανάς με μπουκιές από ψωμί και κρεμμύδι, ο παππούς μοίραζε τις δουλειές, ένας να σκαρίσει, άλλος να πάει για ξύλα-προμήθειες καθημερινές για το χειμώνα, άλλος να τραβήξει για τη χώρα να πάρει αλάτι και ότι έλειπε από το σπίτι, άλλος θα τράβαγε για το μύλο. Τα στάρια και τα καλαμπόκια ήσαν ήδη στο κασόνι, η σοδειά καλά πήγε φέτος. Έτοιμος ο τραχανάς, καυτός, τα χουλιάρια τον άδειαζαν στο λεπτό. Κατέβαινε κι η κούπα το κρασί, να δώσει δύναμη για την υπόλοιπη μέρα.

Τα καλοκαίρια τα περνούσα στο χωριό και πάντα αναλάμβανα την ίδια δουλειά, τη φροντίδα των αλόγων, των μουλαριών, τα σκυλιά πάντα τα είχα μαζί μου. Σαμάρωνα τα ζωντανά, πότε για να φέρω τα ξύλα, πότε τα φορτώματα από τ’ αλώνι. Στο άλογο είχαμε και σέλα. Όταν την αντίκριζε, χλιμίντριζε και σηκωνόταν στα δύο του πόδια. Τέτοια ήταν η χαρά του. Η σέλα είχε και θήκη για το δίκαννο το μπροσθογεμές, όμως τ’ όπλο δεν μου το έδιναν, ήμουν μικρός. Μαζί με τη σέλα έβαζα στο άλογο κι διαφορετικό καπίστρι, στολισμένο με χάντρες μπλε για το μάτι, δερμάτινο. Άρεσαν τα στολίδια στο άλογο.

Όταν ο παππούς ένα βράδυ με ρώτησε αν θα πήγαινα μαζί του το πρωί για κρασί, λιποθύμησα από τη χαρά μου, ζαλίστηκα. Ναι παππού, θάρθω. Το ταξίδι αυτό ποτέ μου δεν το είχα κάνει, ήξερα, ήταν κοπιαστικό, δύσκολο, μακρύ.

Το πρωί ετοιμάσαμε τα ζώα με τα σαμάρια τους, πήραμε τ’ ασκιά, ψωμί και τυρί στο σακούλι και πολύ πρίν το χάραμα ξεκινήσαμε. Το φεγγάρι έσκιζε τη νύκτα και βλέπαμε καλά. Ο παππούς με τα δύο μουλάρια μπροστά, πίσω με τ’ άλογο εγώ. Φοβάσαι; με ρώτησε κάποια στιγμή, όχι παππού, καλά δεν πειράζει, θα συνηθίσεις. Ήξερε ότι φοβόμουν, καταλάβαινε πως συνέχεια κοιτούσα πίσω μου να δώ αν κάποιος μας ακολουθεί, αλλά δεν ήταν κανείς. Όσο κατεβαίναμε σκεφτόμουν, άκουγα ήχους πρωτόγνωρους και βρισκόμουν σε επιφυλακή!! Τον Πάνα τον ξέρεις; άκουσα τον παππού να με ρωτάει, όχι παππού, ποιος είναι αυτός; χα!! Είναι ο θεός μας, ο προστάτης μας. Δεν τον έχω ξανακούσει παππού. Εμ βέβαια, στην Αθήνα που ζείς που να τον ακούσεις. Μα η γιαγιά άλλα μας λέει. Και τι ξέρει η γιαγιά σου; όλο μετάνοιες και νηστείες είναι.

Δύο ώρες περίπου πέρασαν όταν ακούσαμε τον ήχο του ποταμού. Τότε άρχιζε να χαράζει. Το μονοπάτι τώρα έγινε γλυκό, μαλακό χώμα, σαν μουσκεμένο από την υγρασία. Σταματήσαμε. Κατέβα, ακούω τον παππού να μου λέει. Υπάκουσα. Μπροστά μας ο Αλφειός, γεμάτος νερό, σαματατζής, η κοίτη του αρκετά φαρδιά. Παππού δεν έχει γέφυρα το ποτάμι; γέφυρα; και βέβαια έχει, είναι όμως μακριά από δώ. Εμείς θα περάσουμε απέναντι από το σημείο αυτό. Μου κόπηκαν τα πόδια, δεν είπα όμως τίποτα. Μη φοβάσαι, με λίγη προσοχή θα περάσουμε, εξάλλου τα ζώα γνωρίζουν καλά το πέρασμα αυτό. Πιάσε την ουρά του αλόγου και ακολούθησε το, μη κάνεις τίποτα άλλο, κοίτα κι εμένα που κάνω το ίδιο.

30 περίπου μέτρα ήταν το πέρασμα αυτό, μετά είχαμε άλλες τρείς ώρες για τα κρασοχώρια. 30 μέτρα που φάνηκαν αιώνες, βρεγμένος μέχρι τη μέση, κρατώντας την ουρά του αλόγου, έκανα για πρώτη φορά στη ζωή μου το δρομολόγιο αυτό. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τον Αλφειό, μούσκεψα από τα ορμητικά νερά του. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, έτσι όπως περνούσα φοβισμένος, είδα τον Πάνα, να μου χαμογελά και να μου δίνει δύναμη.  

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος
Το άλογο της φωτό, είναι από τη Souzanne Holm

 
© 2017 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.